Σάββατο 19 Απριλίου 2008

Νικόλαος Μπουφίδης. Μια πρώτη προσέγγιση στη διαμάχη Λιβαδειάς-Θήβας

Αναμφισβήτητα υπήρξε σπουδαίος πολιτικός άνδρας ο Νικόλαος Μπουφίδης(1) όμως δεν τιμάται εξίσου στις δύο επαρχίες της Βοιωτίας, τη Λιβαδειά και τη Θήβα. Για να είμαστε ακριβείς, ο διαπρεπής νομικός στη Λιβαδειά θεωρείται ευεργέτης, η κεντρική οδός της πόλης φέρει το όνομά του ενώ στις 20 Απριλίου 2008 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του. Στη Θήβα, αντιθέτως, ο Νικόλαος Μπουφίδης, ακόμη και στις μέρες μας, λογίζεται ως ο πολιτικός εκείνος Μακιαβέλι που με ενέργειές του στη δύση του προπροηγούμενου αιώνα, τo 1899, κατέστησε πρωτεύουσα της Βοιωτίας τη Λιβαδειά, σφαγιάζοντας τα ιστορικά και απαράγραπτα δίκαια της Θήβας για την πρωτοκαθεδρία στον νεοϊδρυθέντα νομό.

Ποια είναι η αλήθεια και ποιος ο μύθος είναι δύσκολο να ειπωθεί στο πλαίσιο ενός ενημερωτικού σημειώματος όπως το παρόν. Γεγονός είναι ότι την εποχή που αποφασίστηκε η νέα διοικητική διαίρεση της Ελλάδας και ο διαχωρισμός του νομού Αττικοβοιωτίας σε Αττική και Βοιωτία ο Μπουφίδης ήταν κάτι περισσότερο από πολιτικός φίλος/βουλευτής της συμπολίτευσης και του άρτι εκλεγέντος πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη. Ηταν ο νομικός νους της κυβέρνησης, όπως και προηγουμένως των κυβερνήσεων του ΧαρίλαουΤρικούπη, και προσωπικός φίλος του πρωθυπουργού και όπως είναι φυσικό είχε βαρύνοντα λόγο και ρόλο στις εξελίξεις.
Σε όλες τις περιπτώσεις γενική είναι η πεποίθηση στη Βοιωτία ότι, είτε για θετικούς, πραγματικούς λόγους είτε για λόγους "συναλλαγής" όπως έλεγε το σύνθημα των θηβαϊκών διαδηλώσεων, ο Νικόλαος Μπουφίδης κατέστησε με τις ενέργειές του έδρα του νομού τη Λιβαδειά.
Οι ταραχές που προεκλήθησαν τότε, τον Απρίλιο, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1899 κυρίως στη Θήβα όπου έγινε "στάσις" με κλείσιμο των καταστημάτων επί ημέρες, παρέμβαση του Στρατού και διώξεις πρωταιτίων έμεινε γνωστός στην ιστορία ως "νέος Βοιωτικός πόλεμος" και ίχνη του ανευρίσκονται ακόμη και σήμερα στις σχέσεις μεταξύ Λιβαδειάς και Θήβας.

Ο Νικόλαος Μπουφίδης με μια εντυπωσιακή αγόρευση στη Βουλή επέτυχε την εμμονή της κυβέρνησης στον αρχικό σχεδιασμό παρά τις αφόρητες πιέσεις που ασκούσαν οι δραστήριοι Θηβαίοι βουλευτές Παπαχατζής, Δαούτης και Σπυρομήλιος.

Ομως η μάχη δεν ήταν μόνο κοινοβουλευτική, ήταν και εντυπώσεων μέσω των αθηναϊκών εφημερίδων της εποχής.
Από αυτό το πεδίο είναι η σημερινή μας παράθεση, που αφορά αδημοσίευτη εξ όσω γνωρίζω επιστολή του Μπουφίδη προς την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ.
Ο Νικόλαος Μπουφίδης γράφει στον προσωπικό και πολιτικό του φίλο Δημήτριο Καλαποθάκη (2), εκδότη της εφημερίδας "ΕΜΠΡΟΣ" και διαμαρτύρεται για μεροληψία υπέρ των θηβαϊκών απόψεων ενώ επαναλαμβάνει συνοπτικά τα πολύ ισχυρά -από νομικής άποψης- επιχειρήματα που υποστήριξε στην περίφημη αγόρευσή του στη Βουλή υπέρ της επιλογής της Λιβαδειάς ως πρωτεύουσας του νομού Βοιωτίας. Ιδού η επιστολή.

Η διοικητική διαίρεσις
Η διένεξις Θηβών και Λεβαδείας.
Μία επιστολή του κ. Μπουφίδου
Φίλε κύριε Καλαποθάκη
Ευνόητον είνε να με συκοφαντώσιν οι αγνοούντες εμέ, τον χαρακτήρα μου και τα πράγματα. Οι πολιτικοί άνδρες υφίστανται επιθέσεις είτε εκ παρεξηγήσεως είτε εκ κακοβουλίας. Αλλ’ υμείς όστις τόσο πολύ με γνωρίζετε, εκ πολιτικής συνεργασίας επί μακράν σειράν ετών, είχον την αξίωσιν να μη αποδεχθήτε τας κατ’ εμού συκοφαντίας, ομολογώ δε ότι εξεπλάγην όταν είδον, ότι το «Εμπρός», τα εσχάτως διαδραματισθέντα εν Θήβαις αποδίδει εις τας αυτάς αιτίας, εις ας αποδίδουσι ταύτα και οι υπέρ Θηβαίων γράψαντες.
Δεν γνωρίζω κατά πόσον εξυπηρετούσι τα συμφέροντα της χώρας οι ενθαρρύνοντες πράξεις ομοίας προς τας τελευταίον εν Θήβαις τελεσθείσας, αλλά και αν περιήλθομεν εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε να ανεχόμεθα την δι’ επαναστάσεων επιβολήν της θελήσεως των πόλεων ή επαρχιών εις την Κυβέρησιν της χώρας και την εθνικήν αντιπροσωπείαν, πρέπει πάντως να προβάλωμεν τουλάχιστον λόγους οπωσδήποτε δικαιολογούντας, έστω και στιγμιαίως, την εξέγερσιν.
Αλλ’ εις την υπόθεσιν των Θηβών, οι την υποστήριξιν των δικαίων αυτών αναλάβοντες, ηρεύνησαν άρα γε ίνα ίδωσι τίνων δικαιώματα αναμφισβήτητα επιζητείται να σφαγιασθώσιν;

Ηρκέσθησαν εις δημιουργησθείσαν συκοφαντίαν, ότι δήθεν η έδρα του Νομού παρέχεται τη Λεβαδεία εκ συναλλαγής χάριν εμού, εντεύθεν δε ομιλούσι περί σφαγιαζομένων δικαιωμάτων των Θηβαίων, δικαιωμάτων απολύτως ανυπάρκτων, ουδέποτε από συστάσεως του Ελληνικού Βασιλέιου προβληθέντων, ουδέποτε ααναγνωρισθέντων υπό κειμένων νόμων.
Τι δε θα είπωσι οι ούτω ανεξετάστως συκοφαντούντες με, όταν μάθωσιν εκ της γενησομένης εν τη Βουλή συζητήσεως ότι της Βοιωτίας ουδέποτε υπήρξαν πρωτεύουσα αι Θήβαι, ότι η επαρχία Θηβών δυνάμει κειμένων νόμων ωνομάζετο πάντοτε Θηβαϊς, ότι Βοιωτία εκαλείτο δυνάμει των νόμων τούτων η επαρχία Λεβαδείας (3), ότι όταν εγένετο η ένωσις των επαρχιών Θηβαϊδος και Βοιωτίας εις μίαν διοίκησιν πρωτεύουσα αυτής δυνάμει νόμου ισχύσαντος και λειτουργήσαντος μέχρι του 1845 υπήρξε η Λεβαδεία (4);

Τι δεν θα είπωσιν όταν προσέτι μάθωσιν, ότι και οσάκις ακόμη η ελληνική Κυβέρνησις εσχεδίασε και υπέβαλε πρότασιν νόμου περί διοικητικής διαιρέσεως πάντοτε ως πρωτεύουσα της όλης Βοιωτίας ωρίζετο η Λεβαδεία; Τι δε θα είπωσιν όταν μάθωσιν ότι ουδέποτε ουδ’ άπαξ, ουδέ κατά διάνοιαν επήλθεν εις τον νουν ελληνικής Κυβερνήσεως είτε εκ Βαυαρών συγκροτουμένης είτε εξ Ελλήνων να προσδιορίση, ουδ’ εις τους εκάστοτε αντιπροσώπους των Θηβών να αξιώσωσιν ως πρωτεύουσαν άλλην πόλιν εν Βοιωτία πλην της Λεβαδείας;

Βεβαίως όταν μάθωσιν πάντα ταύτα οι εκ πλάνης συκοφαντήσαντές με θα αναγνωρίσωσιν ότι με ηδίκησαν αποδεχθέντες ανεξετάστως, ότι το ήδη προβαλλόμενον νομοσχέδιον υπήρξε προϊόν συναλλαγής. Αλλά αν οι άλλοι μόνο τότε θα αναγνωρίσωσιν ότι με ηδίκησαν, υμείς, όστις και ως ιδιώτην και ως πολιτευτήν με εγνωρίσατε είχον την αξίωσιν, ουδ’ επί στιγμήν ν’ αποδεχθήτε την συκοφαντίαν, διότι εγώ όστις υπήρξα οίον με εγνωρίσατε ως βουλευτήν και υπουργόν του αειμνήστου Τρικούπη, δεν ήτο δυνατόν να επιζητήσω δια συναλλάγής την καταπάτησιν δικαιωμάτων άλλων, αν τοιαύτα υπήρχον.
Αν αξιώ υπέρ της τιμώσης με πόλεως τα πρωτεία, αξιώ ταύτα εν δικαιώματι και θα ήτο η εσχάτη δι’ εμέ αγνωμοσύνη προς την εκθρέψασά με μητέρα να μην αγωνισθώ δια παντός, νομίμου πάντοτε, μέσου, υπέρ των αναμφισβητήτων δικαίων αυτής των στηριζομένων επί ισχυσάντων νόμων και επί της αναμφισβητήτου υπεροχής κοινωνικής και εμπορικής πρόοδου.


Από την επιστολή λείπει η τελευταία παράγραφος αλλά είναι ενδεικτική των επιχειρημάτων του Νικολάου Μπουφίδου. Οντως το ΕΜΠΡΟΣ τήρησε στάση φιλοθηβαϊκή, πιθανότατα λόγω της δραστηριότητας γνωστών προσωπικοτήτων της Θήβας, όπως ο δικηγόρος Βασίλειος Κυρέλλος, ο οποίος τηλεγραφούσε αμέσως όλα τα νέα στην εφημερίδα ως ευσυνείδητος και εργατικός ρεπόρτερ. Ο Κυρέλλος απάντησε στον Μπουφίδη μέσα από τις στήλες του ΕΜΠΡΟΣ μερικές μέρες αργότερα με τηλεγράφημα. Ιδού το.

Τα παράπονα των Θηβαίων
Ελάβομεν εκ Θηβών το ακόλουθον τηλεγράφημα:

ΘΗΒΑΙ. Απαντώντες εις τον ισχυρισμόν του κ. Μπουφίδου ότι αι Θήβαι δεν υπήρξαν ποτέ πρωτεύουσα Βοιωτίας γνωρίζομεν αυτώ και παντί εξαπατηθέντι, ότι η πόλις των Θηβών από των μυθικών μέχρι των κλασικών χρόνων υπήρξεν η μητρόπολις της Βοιωτικής ομοσπονδίας, μέχρι των μακεδονικών χρόνων η ηγεμονίς της όλης Ελλάδος, επί Φραγκοκρατίας έδρα μεγάλου δουκάτου Στερεάς και κέντρου βιομηχανίας μυθικού πλούτου, επί τουρκοκρατίας έδρα στρατιωτιού διοικητού (Σαρασκήρη), επί Οθωνος, έδρα διοικήσεως Βοιωτίας, πρωτοδικείου επισκοπής και πασών των αρχών Θηβών και Λεβαδείας.
Περί Λεβαδείας ως πρωτευούσης ουδέ λόγος γίνεται καθ’ όλας τα εποχάς. Ταύτα, προκαλούμεν τον κ. Μπουφίδην και οίον δήποτε άλλον να διαψεύση.
Κυρέλλος
Ποιοι Θηβαίοι κατηγορήθηκαν για
συμμετοχή στην εξέγερση
Στο θέμα θα επανέλθουμε όπως και στον Μπουφίδη. Εχει σημασία εδώ να σημειώσουμε ότι στη Θήβα έγιναν ανακρίσεις και ασκήθηκαν διώξεις για τα επεισόδια από τον αποσταλλέντα ανακριτή Ιωαννίδη.

Και πάλι στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ διαβάζουμε.
Τα ονόματα των ανακριθέντων
Καθ’ ας έχομεν ασφαλείς πληροφορίας, οι ανακριθέντες υπό του ανακριτού κ. Ιωαννίδου μέχρι τούδε περί των συμβάντων είνε οι εξής:
Βασίλειος Κυρέλλος, δικηγόρος, Θωμάς Σαχάλας, Ε. Αναστασίου δικηγόρος, Θωμάς Θωμαίδης, Ερ. Παπαχατζής δικηγόρος, Νικ. Αναστασίου ιατρός, Αναστάσιος Ζαγκίνης δήμαρχος Θηβών, Ζερβόπουλος έμπορος, Τσέλιος ιατρός, Δημ. Βαγιάννης φαρμακοποιός και Π. Ε. Ζήσης.
Δεν εγνώσθη αν κανείς εκ τούτων εκρατήθη υπό του κ. ανακριτού. Αλλ’ αν το τοιούτον μέχρι τούδε δεν εγένετο όπως μη εξερεθισθώσι τα κατευνασθέντα πνεύματα, βεβαίως θα γίνη τάχιστα καθώς είπε και ο κ. υπουργός.



Λίγες ημέρες αργότερα ο ανακριτής Ιωαννίδης κατηγορεί σχεδόν όλους τους πρόκριτους της θηβαϊκής κοινωνίας για τη συμμετοχή τους στην εξέγερση. Διεξάγεται δίκη, οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται σε διάφορες ποινές και φυλακίζονται, όμως σε λίγες ημέρες απολύονται με βασιλική χάρη (5).

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΕΝΤΩΝ ΘΗΒΑΙΩΝ
Οι μέχρι τούδε κατηγορηθέντες διά τας εν Θήβαις ταραχάς είνε οι εξής: Αθ. Ζεγγίνης Δήμαρχος Θηβαίων, Σίνης Δήμαρχος Πλαταιών, Π. Γκορίτσας Δήμαρχος Θεσπιών, Κ. Χρηστίδης, Κ. Ανδριανός, Β. Κυρέλλος, Ευστ. Δολόγλος, Αγγελής Στάμου, Δ. Κρανιώτης, Επαμ. Αναστασίου, Πελοπίδας Ζιώμας, Δ. Κατσίνας, Ε. Ταμβίσκος, Αλ. Κουκούλεζας, Γ. Παπαϊωάννου, Κίμων Στάικος, Α. Κώνστας, Αναστ. Τσέλος, Β. Δράκος, Φιλοκλής Καλόπαις, Δημ. Βαγιάννης, Βυρίνης, Σπ. Παπαχατζής, Ν. Σπηλιώτης, Θ. Σαχάλας, Ευαγ. Μπασιάκος, Σ. Παπαχατζής, Σπ. Μπέλλος, Δημ. Μπέλλος, Ανδρ. Τσίτσας, Κ. Φουφούνης, Χούντρης, Αναστ. Αναστασίου, Α. Στάικος, Λουκάς Παυλίδης, Δημοσθένης Βουρδουμπάς, Γ. Παπαγγίνης, Φιλοποίμην Θεαγένης, Πελοπ. Βρυζάκης, Σ. Τζουβελεκάκης, Πολυνείκης Στεφανάκης, Ηλ. Χαντζής, Ι. Δαγλαρίδης, Θ. Νίκας, Δ. Γιαννίτσης, Απ. Αγραφιώτης, Π.Α. Ανδριανός, Δ. Λιάτσος ή Αντωνίου, Αντ. Θωμαϊδης, Αχιλλέυς Κοττάς, Ν. Σαχάλας, Ν. Χαντζής, Δημ. Παναγιωτίδης, Ι. Δόλογλος, Δ. Γιαννίτσης, Στυλ. Ζερβόπουλος, Ι. Στιμπούρκης, Αλ. Κασαβριάς, Σεραφείμ Ζάλαρος.


Διακρίνονται μεταξύ των κατηγορηθέντων ονόματα γνωστών στο πανελλήνιο θηβαϊκών οικογενειών, όπως Μπασιάκος, Βρυζάκης, Μπέλλος, Βουρδουμπάς.

Σημαντικό είναι επίσης να παρατηρήσουμε ότι στη Θήβα συμπαραστάθηκαν οι γειτονικοί Δήμοι και οι δήμαρχοί τους μάλιστα κατηγορήθηκαν.
Το ίδιο συνέβη και στη Λιβαδειά: ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Διστόμου (6) που υπογράφεται από τον Δήμαρχο Θ. Κοκκίνη και τους συμβούλους Λουκά Παπαχρήστο, Ιωάννη Καίλη, Αριστ. Σφουντούρη, Λουκά Τζούρο, Λαζάρου, Κ. Κινέσα και Κ. Μπασδέκη αφού αναφέρει ότι θεωρεί "όλως παράλογον" την αξίωση της Θήβας και αφού εκθειάζει τα προσόντα της Λιβαδειάς καταλήγει ότι σε περίπτωση ορισμού της Θήβας ως πρωτεύουσας του νομού ο Δήμος Διστομίων προτιμά να συγχωνευθεί στον νομό Αττικής(!!) με τον οποίο υπάρχει αυθημερόν θαλάσσια συγκοινωνία.

Σημειώσεις

1. Ο Νικόλαος Μπουφίδης γεννήθηκε στη Λιβαδειά το 1841. Σπούδασε νομικά και άσκησε επιτυχώς τη δικηγορία στην Αθήνα ενώ όπως όλοι οι διανοούμενοι της εποχής κατά τη διάρκεια των σπουδών του έγραφε με ψευδώνυμο σε διάφορες εφημερίδες των Αθηνών. Σε ηλικία 32 ετών, το 1873, εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής Αττικοβοιωτίας υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη και συνδέεται πολύ στενά με τον Χαρίλαο Τρικούπη, του οποίου διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση του 1893. Διετέλεσε πολλές φορές Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων πρωτοστάτησε δε στην υλοποίηση της αποξήρανσης της λίμνης της Κωπαίδας και στην έλευση πρωτοδικείου στη Λιβαδειά . Πεθαίνει το 1912, πλήρης τιμών και αξιωμάτων, μη εξαιρουμένου και εκείνου του πρώτου πολίτη της Λιβαδειάς.

2. Ο Δημήτριος Καλαποθάκης δημοσιογράφος και συγγραφέας γεννήθηκε το 1862 στην Αρεόπολη. Το 1885 εξέδωσε στον Βόλο την εφημερίδα ΣΗΜΑΙΑ, την οποία μετέφερε στην Αθήνα το επόμενο έτος. Από το 1896 εκδίδει την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, την μεγαλύτερη σε κυκλοφορία ελληνική εφημερίδα, όπως αναφέρεται στην πρώτη της σελίδα. Ο Καλαποθάκης δεν υπήρξε τυχαίος εκδότης και λόγιος. Ηταν ισχυρότατος πολιτικός παράγων της εποχής του. Διετέλεσε ιδιαίτερος γραμματεύς του Χαρίλαου Τρικούπη ενώ θεωρείται και είναι εκ των εμπνευστών και κορυφαίων υποστηρικτών του Μακεδικού Αγώνα. Πέθανε στο Μόναχο το 1921.

3. Διάταγμα της 20ής Ιουνίου 1836: η Βοιωτία αποτελεί επαρχία με έδρα τη Λιβαδειά. Ξεχωριστή επαρχία η Θήβα, με το όνομα επαρχία Θηβαίδος.

4. Νόμος περί μεταρρυθμίσεως της διοκήσεως του Κράτους 22 Ιουλίου 1838: ενώνεται η Βοιωτία σε μια διοίκηση με πρωτεύουσα τη Λιβαδειά. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 1845. Το 1865 νέα απόπειρα μεταρρύθμισης επί Κουμουνδούρου ορίζει, σύμφωνα με τα πρακτικά της Βουλής, έδρα πρωτοδικείου τη Λιβαδειά στην οποία υπάγεται η Θήβα.

5. Στο Γεωργίου Δ. Τσεβά, Ιστορία της Θήβας και της Βοιωτίας, Από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα, Ιούλιος 2006, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Θηβαίων σελ. 579

6. Στο Αρης Κ. Ρούσσαρης, Ιστορικά Μελετήματα Λεβαδείας, Λεβάδεια 1998, σελ. 72.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

Ο Μανώλης Γλέζος συναντά τον Λουκά Δημάκα

Μια συνέντευξη του Μανώλη Γλέζου που έχει δημοσιευτεί στα ΝΕΑ στις 11 Φεβρουαρίου 2008 μας απέστειλε ο εκλεκτός συνάδελφος κ. Λουκάς Δημάκας. Ο Μανώλης Γλέζος ομιλεί εν συντομία για πολλά και ενδιαφέροντα, μεταξύ των οποίων για τις γερμανικές επανορθώσεις και το Δίστομο, για τον Αργύρη Σφουντούρη αλλά και για τις σύγχρονες προκλήσεις, την αριστερά και το ΠΑΣΟΚ.

Μανώλης Γλέζος
Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται
«Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται», υπογραμμίζει ο επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας για την Κατοχή και τα Θύματα, Μανώλης Γλέζος. O αειθαλής αγωνιστής της Αριστεράς συνεχίζει «απνευστί» τον αγώνα και σ΄ αυτό το μετερίζι στο 8ο Συνέδριο της οργάνωσης που πραγματοποιείται σήμερα. Παράλληλα διαβεβαιώνει ότι η «κυβερνώσα Αριστερά» είναι εφικτή.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΛΟΥΚΑΣ ΔΗΜΑΚΑΣ

Από το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων;
Απνευστί.
Το 2000, ο τότε πρόεδρος της Γερμανίας Γιοχάνες Ράου είχε εκφράσει για τις σφαγές στην Ελλάδα «βαθιά οδύνη και ντροπή». Η συγγνώμη όμως δεν ήρθε ποτέ. Γιατί;
Ζητούν οι εξουσίες συγγνώμη; Πέραν της συγγνώμης, τι μας οφείλουν από τις ζημιές της Κατοχής; Μας οφείλουν: την επιστροφή των αρπαχθέντων αρχαιολογικών θησαυρών. Το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, ύψους 3,5 δισ. δολ., το μοναδικό σε όλη την Ευρώπη. Τις επανορθώσεις, ύψους 7,1 δισ. δολ. Τις αποζημιώσεις στα θύματα του ναζισμού.

Η δικαστική διεκδίκηση όσον αφορά τις σφαγές ολόκληρων χωριών πού βρίσκεται; Αφού, παρά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να δοθούν οι αποζημιώσεις, μεθοδεύτηκε η ακύρωσή της, προσβλέπουμε μόνο στα διεθνή δικαστήρια.

Η απόφαση που πέτυχε ο αείμνηστος Γιάννης Σταμούλης για τους σφαγιασθέντες του Διστόμου είναι, λένε, διεθνής «νομικός φάρος». Τι περιμένουμε τώρα;
Το θέμα είναι κυρίως πολιτικό και μπορεί να λυθεί μόνον όταν η όποια ελληνική κυβέρνηση αξιωθεί να το διεκδικήσει.
Θα επανέλθετε ως πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας;
Οι στόχοι όλων όσων συναπαρτίζουμε το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα παραμένουν αναλλοίωτοι. Υπήρξαν υποσχέσεις για αποζημιώσεις μέσω διακριτικών διαπραγματεύσεων.

Κι εκεί σιωπή;
Κάτι ακούστηκε, αλλά το ενταφίασε η ταφόπετρα της άρνησης να προβούν οι κυβερνήσεις σε διαπραγματεύσεις.
Η γερμανική κοινωνία και οι Γερμανοί διανοούμενοι πώς αντιμετωπίζουν το θέμα; Έχει αρχίσει στους διανοούμενους και στους νέους της Γερμανίας να δημιουργείται όχι απλώς ευνοϊκό κλίμα, αλλά κίνημα υπέρ της εξόφλησης όλων των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
Πάνε περίπου 70 χρόνια από τις σφαγές. Τι θα μείνει στην επόμενη γενιά;
Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται.

Συμφωνείτε ότι το μήνυμα «ποτέ πια πόλεμος» είναι το καλύτερο μνημόσυνο;
Το «ποτέ πια πόλεμος» είναι σωστό, αλλά είναι ευχή. Ο αγώνας «να κλείσουν τα εργοστάσια παραγωγής όπλων αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας» και «κανένας στρατιώτης έξω από τα σύνορα της πατρίδας του» αποτελεί την πραγμάτωση της ευχής.

«Ένα τραγούδι για τον Αργύρη» (Σφουντούρη): Το ντοκιμαντέρ για το Δίστομο ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο. Ο ίδιος είναι δραστήριος ακτιβιστής της ειρήνης με διεθνή παρουσία. Είναι η άλλη παγκοσμιοποίηση;
Η κραυγή αγωνίας του Αργύρη είναι παγκόσμια και πρέπει να μας ξεκουφάνει όλους.

Συνεχίζετε ανένταχτος. Η Αριστερά;
Ως ενεργός πολίτης συμμετέχω στον ΣΥΡΙΖΑ, που δείχνει ότι η Αριστερά αρχίζει να βρίσκει τον εαυτό της.
Υπάρχει προοπτική για ενότητα των αριστερών, προοδευτικών, οικολογικών δυνάμεων; Με βάση το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι συνεργασία δυνάμεων της Αριστεράς, χωρίς εξαιρέσεις και ηγεμονισμούς, για ενότητα στη δράση, η προοπτική είναι ευοίωνη.

Η «κυβερνώσα Αριστερά» είναι εφικτή;
Αναμφισβήτητα. Αρκεί να μην της διαφεύγει η προοπτική, που είναι να φέρει τον λαό στην εξουσία.
Ποιες δυνάμεις μπορεί να τη συνθέσουν; Όλες όσες χωρίς ηγεμονισμούς δέχονται ότι αυτός είναι ο στόχος και η προοπτική.
Και το ΠΑΣΟΚ μαζί;
Η ώς τώρα πολιτική που ακολουθεί η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ το αποκλείει από τον χώρο της Αριστεράς.
Μια αντι-δεξιά κοινή δράση αποτελεί αφετηρία;
Μια κοινή δράση, η οποία όμως στοχεύει στο να εμποδίσει την καταλήστευση των κεκτημένων, στην εδραίωση της Δημοκρατίας, στην κατοχύρωση της ανεξαρτησίας (κατάργηση Βάσεων, κανένας Έλληνας πατριώτης έξω από την Ελλάδα, έξω από το ΝΑΤΟ). Και μελλοντικά, στην κοινωνικοποίηση της πολιτικής εξουσίας, της πληροφόρησης, της παραγωγής.

Τα νέα κινήματα έχουν μέλλον;
Εφόσον και όσο οι πολίτες- και ιδιαίτερα οι νέοι- αποκτούν αυτογνωσία, αυτενέργεια και συλλογική συνείδηση.
Ποια ήταν η πιο πρόσφατη συμμετοχή σας σε διαδήλωση;
Η συμμετοχή στις διαδηλώσεις για το Ασφαλιστικό.
Μανώλης Γλέζος- Λάκης Σάντος. Τι θα έκαναν πάλι μαζί, 67 χρόνια μετά; Αγωνίζονται να κατεβάσουν τις σημαίες του ωχαδερφισμού, της αδιαφορίας, του ατομικού βολέματος, της συναλλαγής,

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Αραβες μισθοφόροι των Ναζί στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής 1941-1944

Η περίπτωση της Καλοσκοπής Φωκίδας όπως την διηγείται ο Τάκης Λάππας

Οταν προμηθεύτηκα το βιβλίο του Τάκη Λάππα «Ματοβαμμένες Δάφνες της Ρούμελης. Αγώνες-Θυσίες 1941-1944» ο σκοπός μου ήταν να δω πως ο μεγάλος Βοιωτός λογοτέχνης, λαογράφος και αφηγητής διαπραγματεύεται το θέμα του εμπρησμού της Δομβραίνας της Θίσβης και των Χωστίων με το οποίο ασχολήθηκα σε αυτό το σημείωμα Η καταστροφή της Δομβραίνας, της Θίσβης και των Χωστίων. Αύγουστος του 1943 . Φυσικά, διάβασα ολόκληρο το βιβλίο και για την μεν πυρπόληση των χωριών στη νότια Βοιωτία, όπως έχω υποσχεθεί, θα επανέλθω.
Σήμερα όμως θα θίξουμε ένα θέμα ταμπού στην ελληνική ιστοριογραφία, με οδηγό την πένα του Τάκη Λάππα, ένα θέμα σοκαριστικό και γι’ αυτό δημοσιογραφικά πολύ ενδιαφέρον.
Η τεκμηρίωση των όσων θα αναφερθούν είναι προβληματική καθώς η μόνη πηγή που έχω στην κατοχή μου είναι το βιβλίο του Λάππα –άρα δεν διασταυρώνεται η πληροφορία. Από την άλλη ο Τάκης Λάππας παραμένει στα μάτια μου σχεδόν απόλυτα έγκυρος στον πυρήνα των διηγήσεών του, πόσο μάλλον που επικαλείται επιτόπια έρευνα και συλλογή στοιχείων και προσωπικών συνεντεύξεων. Επιπλέον δεν πιστεύω ότι υπήρχε ή υπάρχει λόγος να ειπωθεί ψεύτικα μια τόσο τραγική και σκληρή ιστορία: Η Ιστορία των Αράβων που είχαν μαζί τους οι ναζί στην Ελλάδα και η συμμετοχή τους στα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών.

Γράφει ο Τάκης Λάππας με το γλαφυρό του ύφος:
Λαμπρή του 1944. Την αυγή της δεύτερης μέρας της Πασχαλιάς ακούστηκαν στα ξέμακρα της Κουκουβίστας ντουφεκιές. Σαν βγήκαν μερικοί χωριανοί στο ξάγναντο, είδανε ν’ ανηφορίζει στον τόπο τους τεράστια φάλαγγα. Αντάρτικη ομάδα που έτυχε στο δρόμο τους, προσπάθησε ν’ανακόψει τον εχθρό για λίγο, ως να προκάνουν οι Ελληνες να ξεμακρύνουν από τα σπίτια τους. Και μέσα στο χωρίο ακούγονταν τρομαγμένα ξεφωνητά: «Γερμανοί έρχονται! Γερμανοί! Φύγετε!».

Αλαφιασμένοι οι Κουκουβιστιανοί, αρπάζανε στα γρήγορα ένα μπόγο με ρουχισμό και παίρνανε την ανηφόρα κατά το βουνό να βρουν καταφυγή. Από τους εννιακόσιους μείναμεν στο χωριό καμιά διακοσιαριά γέροι, γριές κι ανήμποροι. Το ντουφεκίδι δεν βάσταξε για πολύ. Ανήμποροι οι αντάρτες να κρατήσουν άλλο τη φάλαγγα αποτραβήχτηκαν στα ψηλώματα. Ετσι ανεμπόδιστοι οι Ναζί πατούσαν την Κουκουβίστα. Ηταν η ώρα 10 το πρωί στις 17 του Απρίλη στα 1944.

Η φάλαγγα είχε ξεκινήσει χαράματα απ' τα Καστέλλια. Στο δρόμο τους οι Γερμανοί καίγανε όποιο ξωκκλήσι και τσο­πάνικη καλύβα συντυχαίνανε. Για πρώτη φορά τόσο μεγάλη και παράξενη φάλαγγα πατούσε τούτο το χωριό. Ζύγωναν τους δυο χιλιάδεs στρα­τιώτες αρματωμένοι καλά, κι' είχαν μαζί τους τέσσερα ορει­βατικά κανόνια, δέκα μεγάλους όλμουs, χώρια τα μυδράλλια και τα πολυβόλα. Ξωπίσω τους μπόλικα ξεφόρτωτα ζωντανά.

Εντύπωση όμωs κάνανε οι στρατιώτες. Γιατί στη φάλαγγα δεν ήταν μονάχα Γερμανοί. Ήταν μαζεμένεs όλεs οι φυλές του κόσμου. Τι ήθελεs και δεν έβλεπεs. Μ' όλο που ήταν όλοι τους ντυμένοι τη γερμανική στολή, τα πρόσωπα και το χρώμα τους φανέρωναν άλλη φύτρα! Καθώs ήταν ομάδεs ξεχωριστέs, ακούγονταν αλλιώτικη γλώσσα. Η μια ομάδα δεν μπορούσε να συνεννοηθή με την άλλη παρά με νοήματα. Οί Γερμανοί ήταν καμιά πεντακοσα­ριά και λίγοι μαυροπουκάμισοι φασίστεs που κάνανε τον άγωγιάτη στα ξεφόρτωτα μουλάρια. Τα μπουλούκια, κοντά χίλιοι, ήταν Ρουμάνοι, Σλοβάκοι, Κροάτεs, Βούλγαροι και κιτρινόχρωμοι Τάταροι. Ολοι μισθοφόροι. Και τη φάλαγγα έκλεινε ένας λόχοs από τρακόσουs παράξενουs ανθρώπους.

Τούτοι ήταν που ήταν. Σαν τους έβλεπε «γαϊδούρα απόρριχνε», όπως μου είπε κάποιος ντόπιος. Ήταν' Αραπάδες μέ χαρα­γμένα τα μάγουλά τους απ' τα γεννοφάσκια τους. Απ' τη μύτη καί τ' άφτιά τους κρέμονταν χαλκάδες σαν σκουλαρίκια. Τα μεγάλα και παχεια χείλια τους αφήνανε να φαίνονται δυο σειρές από κάτασπρα δόντια, που τους κάνανε άκόμα πιο πολύ φριχτούς κι' άποκρουστικούς: Ολοι τους μια κοψιά, μέ σφιχτοδεμένα όμως κορμιά. Αυτός ήταν ό περίφημος λόχος των Μαροκινών. Κεφαλή τους ό Γάλλος λοχαγός Άντρέ Ρουέν, απ' την Αλσανία.

Λίγος καιρός ήταν που φέρανε το λόχο αυτό απ' το γαλλι­κό Μαρόκο στην Ελλάδα και τον κρατούσανε στη Γραβιά. Τον είχαν πάντα μακριά απ' τους άλλους μισθοφόρους και καμιά σχέση. Κρασί κι όλα τα πιοτά τους απαγορεύανε να πίνουν κι η τιμωρία τους θάνατος! Κάποιος που παράκουσε το πλήρωσε μέ τη ζωή του. Τον ντουφεκίσανε μπροστά στο λόχο. Δεν τους άφήνανε να πίνουν, γιατί σαν μεθούσανε γί­νονταν έξη τους. Το οινόπνευμα ενεργούσε πάνω τους αφρο­δίσια και παθαίνανε πριαπισμό. Μανιασμένοι ρίχνονταν να βιάσουν άντρα, γυναίκα, γέρους, παιδόπουλα, Ο,τι ζωντα­νό βρισκόταν μπροστά τους... Κοντολογίς ήταν άνήμερα μαύρα θεριά που απ' τη ζούγκλα της Αφρικης, οι Ναζί τους κουβάλησαν να σπαράξουν και σκλαβωμένους άσπρους!..

Η φάλαγγα, άλλη δουλειά δεν είχε παρά να αφανήσει σύσπιτο το ανταρτοχώρι αυτό. Την πληροφορία τούτη έδωσε ένας Ελληνας που αξίζει να αναφέρω τ' όνομά του. Μήτσος Ήλ. Σταθόπουλος, απ' τα Καστέλλια. Hξερε γερμανικά κι αφού απόχτησε την εμπιστοσύνη των Ναζί έκλεβε πληροφο­ρίες καί διαταγές... τα πρόδινε στους "Ελληνες πατριώτες καί τους ειδοποιούσε. Πρόσφερε τόσες και τόσες υπηρεσίες στην Πατρίδα του! Στο τέλος τον ανακαλύψανε οί Γερμανοί και τον ντουφεκίσανε.

Χωρίς άργητα ή φάλαγγα άρχισε τη δουλειά της. Σφιχτο­ζώσανε το χωριό από παντού καί πέσανε στην αρπαγή. Οί μισθοφόροι, εξόν άπ' τους μαύρους, ήταν οι πιο καλοί στο κούρσεμα. Οί μαύροι μείνανε άκόμα παράμερα. Δεν ήρθε η ώρα τους ... Τα κλεψίμια τα κουβαλούσανε στην πλατεία, που τους πρόσμεναν οί άφέντες τους. Αφού ξεδιαλέγανε, ό,τι θέλανε και τα φορτώνανε οί 'Ιταλοί στα μουλάρια, τα υπόλοι­πα, μικρότερης αξίας, τα χαρίζανε στους μισθοφόρους.

Σαν ξεγυμνώσαν τα σπίτια, ύστερα βάλθηκαν να σκάβουν και να ξεχώνουν απο λάκκους τα πράµατα που οι χωριάτες είχαν κρυµµένα. Τούτη τή φορα τίποτα δε γλύτωσε. Μπήκανε ακόµα και στήν έκκλησιά κι αρπάξανε τα ιερά σκεύη, τα µεταξωτά άµφια, το αργυροδεµένο Ευαγγέλιο και πιστολίζανε τις αγιωτικές εικόνες. Αδυναµία δείξανε στήν εικόνα της Πα­ναγιάς και σ' όλες τις αγίες. Πάνω τους ζωγραφήσανε πρόχειρα διαφορες αισχρότητες. Μερικοι για να γελάσουν, µασκαρευτήκανε τα άµφια και γύριζαν µέσα στο χωριό. Οι µισθοφόροι κείνη τή µέρα ξεπέρασαν στην τέχνη της αρπαγής τους αφέν­τες τους Ναζί.

Το σούρουπο άρχισε ν' αργοπέφτει τυλίγοντας το πολυ­κουρσεµένο χωριό. Οι Γερµανοι µε τους µισθοφόρους τους χαί­ρονταν το κούρσος τoυs. Με το ξεγύµνωµα της Κουκουβί­στας τελείωσε ή πρώτη πραξη της τραγωδίας της. Τώρα, στή δεύτερη πραξη, οι ώς τώρα θεατες θα γίνονταν πρωταγωνι­στές!

Ολο το διάστηµα της αρπαγής, οι Μαροκινοί από µα­κριά παρακολοθούσαν. Τώρα έφτασε ή ωρα να παίξουν κι' αύτοί το ρόλο τους. Οι αφέντες τους τούς φυλάγανε για τήν πρεπούµενη στιγµή. Κι' εφτασε! Οι Γερµανοί δώσανε το λεύ­τερο στους µαύρους να ψάχνουν τα σπίτια κι όπου βρίσκουν κρασί να πίνουν όσο θέλουν. Σύγχρονα τους αφήσανε να καταλάβουν πώς οι γυναίκες του χωριού θα ήταν στη διά­θεσή τους. Αλλο που δε θέλανε οι διψασµένοι από πιοτό και σάρκα κτηνάνθρωποι της Αφρικής.

Με παράξενα ξεφωνητά, άναρθρες κραυγές, χάχανα, ξεχύ­νονται στις γειτονιές του χωριού ψάχνοντας πρώτα για κρα­σί. Οπου συντυχαίνουν βαρέλι, µε πιστολιές ανοίγουν τρύ­πες. Οπως κρουναλιαζει από το βαρέλι το κρασί, βάζουν το στόµα του και πίνουν, πίνουν! Γύρω από ένα βαρέλι, δέκα δεκαπέντε µαύροι, κολληµένοι στο βαρέλι, µε λαχτάρα καταπίνοvν το κρασι που ξεπετιέται απ' τις τρύπες. ' Αφού πιουν κάµποσο, κοιλιωνται µεθυσµένοι. Τη θέση τους παίρνοvν άλλοι αραπαδες που διψασµένοι καρτερούσανε να κολλήσουν το στόµα τους στις τρυπιµένες δούγες τού βαρελιού.

Πού να τους προκανουν οι κάνουλες των βαρελιών... Σ' όλα τα κα­τώγια που υπάρχοvν κρασοβάρελα, γίνεται αύτό. Μοιαζουν µε κουτάβια που πέφτουν πάνω στή µάνα τους σκύλα να βυζάξουν! Και µερικοι φιλότιµοι, που γιόµισαν το στοµαχι τους κρασί, στο µεθύσι τους θυµήθηκαν και το λοχαγό! Βρί­σκουν το δισκοπότηρο, το γεµίζουν κρασί, και το φέρνουν τρεκλίζοντας και χαχανίζοντας να πιεί κι' o Γάλλος λοχαγός , Αντρέ Poυέv! ...

Πολλες ώρες δεν κράτησε τούτο το ξεφάντωμα.
Απ' το πολύ κρασί, όλοι οι Μαροκινοί είναι μεθυσμένοι. Αν όμως το κρασί τους έσβησε τη δίψα του πιοτού, τους άναψε τον πό­θο της σάρκας. Έπρεπε τώρα κι' απ’αυτή να ξεδιψάσουν.

ΑγριόΘηροι, μ' άφρισμένα χείλια ξαπολιώνται και χυμάνε μέσα στα σπίτια, αποζητώντας ανθρώπινη σάρκα. Στ' αντίκρυσμά τους οι χωριάτες τρομαγμένοι πηδάνε απ' τα παρά­θυρα να γλυτώσοvν. Το σκοτάδι γεμίζει από γυναικεία στριγγλίσματα, κλάματα, σπαραχτικά ξεφωνητά κι' απ' το δια­βολικό γέλιο και τα ουρλιάσματα των μαύρων. Μια οργια­στική άλλα και τραγική νύχτα. Ζήτημα, αν στου πολέμου τη θύελλα, δοκίμασε ενα τέτοιο αλλο μέρος της κατεχόμενης Ευρώπης.

Όσες απ' τις γυναίκες, νιες, γριές, δεν προκάνοvν να φύ­γovv, με ρόπαλα, με τα δόντια και νύχια, παλεύουν να γλυ­τώσοvν το βιασμό.' Αρκετές τα καταφέρνουν. 'Άλλες όμως, λαβωμένες, λιπόθυμες, ξεψυχισμένες, αφήνονται στα χέρια των Μαροκινών. Βιάζονται απανωτά. Κορίτσια ξεπαρθενεύουνται, μεσόκοπες και τρεμογόνατες γριες βιάζονται, ακόμα και γέροι παραφύση!... Με σκισμένα ρούχα, ξεσκισμένες σάρκες, μ' ανείπωτα μαρτύρια στο κορμί, αφού τα χορτάσοvν οι ύαινες της Αφρικής, παρατάνε τα θύματά τους; Μέσα σε λίμνη από αίμα ...

Η αμόλευτη ηθική της χώρας μας, που τόσο αγνή βαστά­χτηκε απ' τις Έλληνίδες, με κάνει να μην αναφέρω ονόματα συγκεκριμένα αν κι εχω. Τους φτάνει το άθελο και μαρτυρικό ντρόπιασμά τους! Aς μείνουν ανώνυμες στην ιστορία της Κατοχής οι ηρωίδες αυτέs. Το στεφάνι της «ομολογήτριας» για πάντα θα τις συντροφεύει.

Δεν μπορώ όμως να κρύψω και μερικά περιστατικά. Τα ανθρωπόμορφα θεριά μπαίνοvν στο σπίτι της Χ. Κ. που τη βρίσκουν λεχώνα να βυζαίνει το βρέφος. Άρπάζουν το βυζα­σταρουδι και το πετάνε στην αυλή. Υστερα ρίχνονται να τη βιάσουν. Της ξεσκίζοvν τα ρούχα, της ματώνοvν το κορμί, μα κείνη αντιστέκεται ηρωϊκά. Ενα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι την παραδίνει στα χέρια τους, λιπόθυμη. Σ' αλλο σπι­τικό, βρίσκουν στο παραγώνι να κοίτεται ή κουτση και τυφλή ογδοντάχρονη Β. 'Αχ. Της ρίχνονται. Με χοντρο δαυλί ή γρια χτυπάει στο κεφάλι δυνατά κάποιον άπ' αυτούς· τουτο άγριευει τους συντρόφουs του. Τη βιάζουν µ' ανείπωτα µαρτύρια. Υστερα, αρπάζουν αναμµένα δαυλια καί της τα χώνουν στιs µασχάλεs, στο στήθος και στο γεννητικό τηs οργα­νο. Υστερα τη σκοτώνουν.

Άλλού πάλι ό σαρανταπεντάρηs Θ. Μ. παλεύει να υπερασπιστή κάτι γυναίκες. Τον σκοτώ­νουν κι ύστερα ασελγούν στο κουφάρι του. Το ίδιο και το Θ. Τ 60. Σε κάποιο φτωχοκάλυβο ανήµποροs βρίσκεται στο στρω­µα έβδοµηνταχρονίτηs γέροντας. Ούτε τα χρόνια ούτε ή κατάστασή του εµποδίζουν τους άραπάδεs άπανωτα να άσελ­γήσουν ...

Η αφροδίσια µανία των Μαροκινών δεν περιορίζεται στουs άνθρώπουs. Ό πριαπισµοs τους σπρώχνει άκόµα καί στην κτηνοβασία. Ανάµεσα στα πλιάτσικα που εχουν συνάξει στο πλάτωµα του χωριου, είναι καί µια γαϊδούρα. Οι Ναζί τη χαρίζουν στουs µαύροvs να ξεσπάσουν τη σαρκική τους µανία. Με µια συµφωνία. Ή κτηνοβασία να γίνει µπροστα σ' όλοvs. Οί µεθυσµένοι κτηνάνθρωποι δέχονται. Πολλοί Γερ­µανοί συνάζονται να παρακολουθήσουν το σεξουαλικό αυτό θέαµα.

Οι µαύροι φέρνουν τη γαϊδούρα ανάµεσα στουs συγκεν­τρωµένοvs αφέντεs τους, να ξεπληρώσουν τη σαρκική τους υπόσχεση. Ενας άπ' τους Μαροκινούς κρατάει το ζωντανο άπ' το χαλινάρι, άλλοs σηκώνει καί βαστάει την ουρα για να εύκολύνει τον επιβήτορα, ενω ό τρίτοs κάνει χρέη γαϊδάρου! ... Ολοτρίγυρα οί Ναζί διασκεδάζουν χαχανίζονταs και χειρο­κροτάνε το άπίθανο αυτό σύµπλεγµα! ... Γελάνε, ενώ θάπρε­πε να κρύβουν το πρόσωπό τους άπο ντροπή για τους συν­τρόφουs τους στον πόλεµο! Το µαρτύριο του ζωντανου δεν τελειώνει µε το έναν. Κρατάει κάµποσο. Γιατί αρκετοί µαύροι παίρνουν τη θέση του γαϊδάρου ... Κι' ολόγυρα οι θεατές Ουννοι, µε ξεφωνητά τους ξεθαρρεύουν!... Στην πολύτο­µη µαύρη ίστορία των Γερµανών που αφήσανε για τούτο τον πόλεµο, οι σελίδεs τoυs για την Καλοσκοπή θα είναι οι διαλεχτότερεs!

Αργά, υστερα απ' το µεσονύχτι, περίπολα απ' τους άλλους µισθοφόρους γυρόφερναν τις γειτονιές του χωριού καί περιµάζευαν τους αραπάδες. Οι πιο πολλοί πεσµένοι µέσα στα σοκκάκια αναίσθητοι απ' το µεθύσι. Παράξενη σιωπή γεµίζει τη νύχτα, λεs και τίποτα δε γίνηκε. Ανάρια και που από κάποιο σπίτι ακούγεται γυναικείο κλάµα ή βαρύς αναστεναγμός απ’ τα βάθη της πονόδαρτης ψυχής της. Δερνο­κοπιώνται για το στανικό ντρόπιασμά τους, το ανάκουστο πάθημά τους ... Η δεύτερη πράξη απ' το δράμα της Καλοσκοπήs έκλεισε με τα αιματοστάλαχτα όργια και την κτηνοβασία των Μα­ροκινών τη νύχτα της 17 προs τις 18 του Απρίλη 1944.
Τα ξημερώματα θ' άρχιζε η τρίτη πράξη...


Και συνεχίζει ο Τάκης Λάππας περιγράφοντας την πλήρη καταστροφή του χωριού από τους ναζί. Νομίζω ότι η μαρτυρία είναι συγκλονιστική και δεν υπάρχουν πολλά να προστεθούν.
Μόνο να σημειώσω ότι κάθε πληροφορία ή μαρτυρία στο θέμα της έλευσης Αράβων μισθοφόρων που πολέμησαν μαζί με τους Ναζί στη σκλαβωμένη Ελλάδα το '41-'44 μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη. Το ίδιο και κάθε αντίρρηση αναγνώστη ή γραπτή πηγή που να τεκμηριώνει παρουσία και συμμετοχή Αράβων στρατιωτών κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα.
Επιπλέον να γράψω ότι στη Βοιωτία έχω ακούσει από γεροντότερους για "μαύρους" ναζί, αλλά δεν είχα δώσει σημασία καθώς μου φαινόταν απίστευτο οι Αριοι Ναζί να επιστρατεύουν Αραβες σημίτες.
Τέλος δυο πραγματολογικά στοιχεία.
Το χωριό Καλοσκοπή όπου συνέβησαν τα γεγονότα βρίσκεται στην ορεινή Φωκίδα στις πλαγιές της Γκιώνας. Παλαιότερα ονομαζόταν Κουκουβίστα -όνομα με σλαβική πιθανότατα προέλευση και ετυμολογία.
Ο Τάκης Λάππας είναι ο σημαντικότερος Λιβαδείτης λόγιος του 20ού αιώνα. Λογοτέχνης, μάστορας της δημοτικής γλώσσας και αφηγητής τιμήθηκε με πολλά βραβεία ενώ το όνομά του φέρει οδός στη Λιβαδειά. Ως ιστοριοδίφης-ιδιότητα που μας ενδιαφέρει εδώ- υπήρξε κορυφαίος και κυρίως ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα των πηγών του παρότι ασχολήθηκε με πολλά και δύσκολα ιστορικά θέματα της Επανάστασης του 1821 αλλά και μετέπειτα. Το βιβλίο "Ματοβαμμένες Δάφνες της Ρούμελης. Αγώνες-Θυσίες 1941-1944" απ'όπου, όπως είπα πήρα τα αποσπάσματα, εξεδόθη το 1982.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

"Λιβαδειά, Ορμητήριο Θεών, Νυμφών και Ηρώων" και μια φωτογραφία

Παρουσιάστηκε χθες στη Λιβαδειά το βιβλίο του Γιάννη Λάμπρου "Λιβαδειά, Ορμητήριο Θεών, Νυμφών και Ηρώων", Εκδόσεις Κουλτούρα, σε εκδήλωση του Μορφωτικού Συλλόγου Λεβαδείας με τη συμμετοχή της Σχολικής Βιβλιοθήκης του 4ου Γυμνασίου Λιβαδειάς.
Για το βιβλίο-λεύκωμα που περιέχει ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό μίλησαν μεταξύ άλλων ο διευθυντής του 4ου Γυμνασίου Λιβαδειάς Κων. Χουσιάδας, η υποψηφία βουλευτής Βοιωτίας της Νέας Δημοκρατίας κ. Σωτηρία Μανάρα-Μαυράκη και ο Ιωάννης Μήτρου, ιστορικός, ενώ και ο τέως υπουργός Ευάγγελος Μπασιάκος απηύθυνε σύντομο χαιρετισμό .

Ασφαλώς η viotia έχει μελετήσει το πόνημα του κ. Γιάννη Λάμπρου και θα διατυπώσει την κριτική της στα πολλά ορθά και τα λίγα λάθη που εντόπισε σε άλλη ευκαιρία.

Σήμερα θα περιοριστούμε σε μερικές παρατηρήσεις. Το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που ο κ. Γιάννης Λάμπρου περιλαμβάνει στο βιβλίο του κατά τη γνώμη μας δεν σχολιάζεται αρκετά. Είτε επειδή ο συγγραφέας δεν είναι Λιβαδείτης και δεν έχει την εξοικείωση με τον χώρο είτε διότι δεν θεωρήθηκε απαραίτητο οι φωτογραφίες δημοσιεύονται κατά χρονολογική σειρά αλλά χωρίς τις διαφωτιστικές εκείνες λεπτομέρειες που θα καθιστούσαν πραγματικά χρήσιμο το έργο στους ερευνητές αλλά θα ανακαλούσαν και μνήμες στους απλούς ερασιτέχνες -όπως εμείς.

Επιπλέον με αυτή την τακτική -δηλαδή φωτογραφίες χωρίς αναλυτικές λεζάντες, χωρίς τη μικρή τους ιστορία- ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνουν λάθη, δηλαδή να δημοσιευθεί υλικό που δεν αντιστοιχεί στο θέμα του βιβλίου.
Μια τέτοια περίπτωση θα εξετάσουμε με τη βοήθειά σας.
Στο βιβλίο του κ. Γιάννη Λάμπρου "Λιβαδειά, Ορμητήριο Θεών, Νυμφών και Ηρώων", δημοσιεύεται η ακόλουθη φωτογραφία του 1907 που έχει λεζάντα και (υποτίθεται ότι) απεικονίζει τη Λιβαδειά των αρχών του προηγούμενου αιώνα.
Εγώ δεν βλέπω τη Λιβαδειά στη φωτογραφία, βλέπω όμως μια πολύ γνωστή πλατεία ενός ξακουστού χωριού της επαρχίας Λιβαδειάς. Εσείς τι βλέπετε;
Φυσικά, αν κάνω λάθος θα ζητήσω συγγνώμη από τον κ. Γιάννη Λάμπρου...

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Η ανάγνωση του Πρακτικού από τον Αρχιεπίσκοπο

Η ανάγνωση του Πρακτικού από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο στην τελετή ενθρόνισής του. Δείτε και αυτό.Το καινόν που κομίζει ο Ιερώνυμος

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Η καταστροφή της Δομβραίνας, της Θίσβης και των Χωστίων. Αύγουστος του 1943

Το κείμενο είναι βασισμένο σε ένα άρθρο του Θανάση Χρήστου, διδάκτορα της Νεότερης Ιστορίας, που δημοσιεύτηκε στη Θισβιακή Ηχώ -τεύχος 4 Ιούλιος/Αύγουστος/ Σεπτέμβριος 2005. Ο Χρήστου με τη σειρά του παραπέμπει σε Κατσιμπάρδη Γ.Κ. Θυσία στο βωμό της Λευτεριάς. Η πυρπόληση των χωριών Δομβραίνας-Θίσβης-Προδρόμου από τους Γερμανούς κατακτητές τον Αύγουστο του 1943 και Λάππας Τ. Ματοβαμμένες Δάφνες της Ρούμελης. Αγώνες Θυσίες 1941-1944.Βρήκα κι εγώ κάποια στοιχεία που θα τα παραθέσω σε λίγο συμπληρώνοντας το ποστ. Η φωτογραφία είναι από τη Δομβραίνα αλλά όπως φαίνεται από τα πανωφόρια των χωρικών η εποχή είναι χειμώνας και όχι τέλος Αυγούστου του 1943. Πράγματι, η φωτογραφία έχει ημερομηνία 27 ιανουαρίου 1944, προέρχεται από το αρχείο του Γερμανού Συνταγματάρχη Χ. Φραντς, που βρισκόταν στην περιοχή με το 18ο Σύνταγμα Πολιτσάι στις αρχές του 1944. Η φωτογραφία υπάρχει στο βιβλίο του Νικηφόρου -Δημήτρη Δημητρίου- "Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης".

Ζεστή μέρα η Τρίτη 24 Αυγούστου του 1943 όμως η συνήθης δραστηριότητα των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων δεν έχει στο παραμικρό ατονήσει. Αλλωστε από τα μέσα του μηνός οι ισχυρές γερμανικές δυνάμεις που έχουν στρατοπεδεύσει στην Ξηρονομή χτενίζουν την περιοχή Δομβραίνας προσπαθώντας να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις των ανταρτών του Ελικώνα. Δεν είναι πια και τόσο μυστικό ότι στον Σταυρό του Ελικώνα υπάρχει αγγλικός ασύρματος στο Συμμαχικό Αρχηγείο και ότι σημαντικές δυνάμεις της αντίστασης ουσιαστικά ελέγχουν το βουνό των Μουσών.

Εκείνη την Τρίτη μια μηχανοκίνητη περίπολος , μια μοτοσικλέτα με έναν αξιωματικό και τον οδηγό του, έχει αφήσει πίσω της την Ξηρονομή και κατευθύνεται προς τη Δομβραίνα. Η ενέδρα των ανταρτών είναι καλά στημένη στη θέση Καλιγώμα, στον Αγιο Μερκούριο. Τα πυρά είναι πυκνά και έρχονται από την πλαγιά, η αναστάτωση που προκαλούν μεγάλη. Ο Γερμανός αξιωματικός χτυπιέται βαριά όμως ο οδηγός δεν χάνει την ψυχραιμία του και έτσι δεν χάνει ούτε τη ζωή του.

Η μοτοσικλέτα επιστρέφει στην Ξηρονομή με τον τραυματία -που θετικά κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε -αν έζησε ή αν υπέκυψε στα τραύματά του. Και σε λίγο πάλι ησυχία, βαθιά απόλυτη ησυχία -μόνο τα τζιτζίκια που σ' εκείνα τα μέρη πρέπει να έχουν μεγάλη χαρά γιατί τραγουδούν ασταμάτητα χωρίς να νοιάζονται για τα ανθρώπινα πάθη.

Αμέσως ειδοποιείται ο Orts Mayer, ο σκληρός ταγματάρχης που είναι επικεφαλής στη Διοίκηση Αλιάρτου, και ο οποίος γίνεται έξαλλος. Οι διαταγές προς τον διοικητή της περιοχής Holman κοφτές, τρομερές, αλλά αναμενόμενες. Η περιοχή Δομβραίνας να ενταχθεί στον κανόνα αντιποίνων.

Την Πέμπτη 26 Αυγούστου από τα ξημερώματα γερμανικές μονάδες με φορτηγά φτάνουν στην κεντρική πλατεία της Δομβραίνας όπου και συγκεντρώνουν όλους τους άνδρες 15 ετών και άνω. Οι ανακρίσεις για τους αντάρτες θα απασχολήσουν τους Γερμανούς αξιωματικούς όλη την ημέρα. Η γνώμη τους είναι ότι οι αντάρτες έχουν πολύ καλές πληροφορίες, πράγμα που για αυτούς τους πολύπειρους αξιωματικούς σημαίνει ότι οι χωρικοί συνεργάζονται μαζί τους.

Καθώς πέφτει ζεστή η νύχτα οι ανακρίσεις τελειώνουν. Οι Γερμανοί έχουν ή νομίζουν ότι έχουν επιβεβαιώσει τις αρχικές τους εκτιμήσεις: οι αντάρτες έχουν βοήθεια μέσα από το χωριό. Ωστόσο σε μια καθησυχαστική κίνηση αφήνουν ελεύθερους τους άντρες -εκτός φυσικά από τους 30 πιο επίφοβους.

Το πρωί της Παρασκευής μένει χαραγμένο στη μνήμη όσων το έζησαν: ο τηλεβόας καλεί και πάλι τους Δομβραιναίους στην πλατεία. Τους ανακοινώνεται ότι λόγω συνεργασίας ορισμένων από αυτούς με τους αντάρτες το χωριό θα πυρποληθεί. Μέχρι τις 2 το μεσημέρι πρέπει να έχουν αποχωρήσει παίρνοντας μαζί τους τα κινητά τους υπάρχοντα και τα ζώα τους. Οι κάτοικοι συμμορφώνονται και αποχαιρετούν τις εστίες τους τραβώντας για τις σπηλιές του Ελικώνα.

Μερικά χιλιόμετρα βορειότερα όμως εξελίσσεται ένα ακόμη δράμα που όσο κι αν φαίνεται απίστευτο περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση. Για την ακρίβεια αποθηριώνει τους Γερμανούς: το τμήμα που ερευνά το μοναστήρι της Μονής της Μακαριώτισσας έχει σταθεί στη βρύση και οι Γερμανοί στρατιώτες πλένονται με το κρύο νερό -πάντα με τάξη αλλά χωρίς τα όπλα τους.

Οι αντάρτες τους χτυπούν και πάλι. Ενας Γερμανός στρατιώτης πέφτει νεκρός. Τα γεγονότα παίρνουν κινηματογραφική ταχύτητα και δραματική τροπή. Οι Γερμανοί συγκεντρώνουν όλο τον πληθυσμό που υπήρχε στο Μοναστήρι και τις γύρω περιοχές -300 άτομα- και κατόπιν βάζουν φωτιά στα κελιά και τις παράγκες. Τότε είναι που σκοτώνεται και ο Επαμεινώνδας Ι. Κορογιάννος.

Οι αιχμάλωτοι διατάσσονται με τα χέρια ψηλά να πορευτούν προς τη Δομβραίνα. Οι Γερμανοί είναι τώρα έξαλλοι, εκτός από άγριοι και αδίστακτοι. Ο Γάτσης Κατσιμπάρδης πυροβολείται, ενώ ο 70χρονος μοναχός Αγαθάγγελος που τολμά να κατεβάσει τα χέρια σκοτώνεται εν ψυχρώ και το πτώμα του σπρώχνεται στη χαράδρα. Οι κατακτητές δεν έχουν όμως χορτάσει αίμα. Αργότερα ο Ευάγγελος Βασ. Κόντης, 47, και ο Πέτρος Λουκά Κόντης 83 θα δολοφονηθούν χωρίς αιτία και χωρίς λόγο ή όπως θα έλεγαν κάποιοι κυνικοί επειδή βρέθηκαν τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο.

Και μπορεί οι δολοφονίες των χωρικών να χόρτασαν κάπως την εκδικητική μανία των Ούνων, όμως επιχειρησιακά η μικρή εκστρατεία είναι μια αποτυχία. Γιατί πώς μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς αφού ούτε ένας αντάρτης δεν συνελήφθη ούτε μια αξιοποιήσιμη πληροφορία δεν αποσπάστηκε από τους ηρωικούς χωρικούς.


Η περιοχή δεν έχει άλλο κατοικήσιμο μέρος. Εκτός από το προφανές, πώς δεν το σκέφτηκαν από την αρχή; Το μοναστήρι του Οσίου Σεραφείμ. Προς τα εκεί κατευθύνεται τώρα Σάββατο 28 Αυγούστου 1943 μια μεγάλη γερμανική στρατιωτική μονάδα. Ομως κι εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Οι Γερμανοί λυσσούν. Η ιστορική μονή Δομβούς παραδίνεται στις φλόγες. Ο ηγούμενος Κυριάκος Ναούμ και οι καλόγεροι με ηρωικές προσπάθειες σώζουν το καθολικό του μοναστηριού καθώς οι Γερμανοί αναχωρούν την Κυριακή προς τα Χώστια, που είναι η σειρά τους και η μοίρα τους να πληρώσουν το τίμημα της αντίστασης.


Φτάνοντας στα Χώστια οι κατακτητές διαπιστώνουν ότι οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει το χωριό. Αυτό δεν τους εμποδίζει να εφαρμόσουν τη στρατηγική της καμένης γης. Οι νέες Χορσιές πυρπολούνται και οι άτυχοι κάτοικοι που δεν υπολόγιζαν τη θηριωδία των κατακτητών και βρέθηκαν στο δρόμο τους εξολοθρεύονται. Τρία ακόμη θύματα, τρία ακόμη ονόματα στο πάνθεο των Ελλήνων ηρώων που έπεσαν για την ελευθερία: Ελένη Κοβάνη, Γιώργος Παπαϊωάννου, Ελένη Σωτήρχου.

Ο κύκλος της θυσίας και του αίματος δεν έχει κλείσει ακόμα. Οι Γερμανοί ξημερώνοντας Δευτέρα 30 Αυγούστου ολοκληρώνουν το σχέδιο της καμένης γης, που κατά τη γνώμη τους στερεί από εφεδρείες, πληροφορίες και επισιτισμό τους αντάρτες: Το Κακόσι, η Θίσβη, παραδίνεται στις φλόγες απ' άκρη σ' άκρη. Εδώ οι κατακτητές έξαλλοι από την αποτυχία της εκκαθαριστικής επιχείρησης βάζουν όλη τους την τέχνη. Ο εμπρησμός περιλαμβάνει όλο το χωριό, ελάχιστα σπίτια γλιτώνουν την ολική καταστροφή.

Δυο βήματα από τη Θίσβη η Δομβραίνα σα δίδυμη αδερφή μοιάζει και ίδια τύχη την περιμένει: πυρπόληση, φωτιά, όλεθρος από το απόγευμα της 30ής Αυγούστου μέχρι το άλλο πρωί. Η πλούσια κωμόπολη σβήνεται στη κυριολεξία από το χάρτη καθώς από τα 620 σπίτια της μόνο 20 διασώζονται με σοβαρές ζημιές -τα άλλα ερείπια από φωτιά και δυναμίτη που χρησιμοποιούν οι Γερμανοί για να καταστρέψουν εκ θεμελίων κάποια δίπατα που αντιστέκονται στις φλόγες.

Εξακόσια σπίτια, εξακόσιες ιστορίες, εξακόσιες οικογένειες που τις σκόρπισε η φωτιά του πολέμου. Και που μαζί με τα χίλια που κάηκαν τις προηγούμενες μέρες στα Χώστια και τη Θίσβη θα καπνίζουν για μέρες και θα χάσκουν ερειπωμένα για χρόνια. Κυρίως όμως θα θυμίζουν την καταστροφή που φέρνει πάντα μαζί του ο πόλεμος.


Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008

Το παρ' ολίγον δημαρχείο της Λιβαδειάς στο Ζάππειο

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Αρχιτέκτονες" τον Οκτώβριο του 2006 και κατόπιν αναρτήθηκε στο διαδίκτυο μέρος της μελέτης για το δημαρχείο Λιβαδειάς που είχε προγραμματιστεί να κατασκευαστεί στο Ζάππειο, μαζί με μεγάλο υπόγειο χώρο στάθμευσης. Η κατασκευή δεν προχώρησε καθώς τελικά στο υπάρχον κτήριο του Πνευματικού Κέντρου στεγάστηκε το τμήμα του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας που εδρεύει στη Λιβαδειά. Δείτε εδώ. http://www.deltarchi.com/200001_gr.htm
Ιδού πώς περιγράφουν το δημαρχείο οι ίδιοι οι σχεδιαστές του.

Εξαγορά συμμετοχής σε πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, 2000

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τον σχεδιασμό του νέου Δημαρχείου της πόλης, της πλατείας που το περιβάλλει και ενός μεγάλου υπόγειου χώρου στάθμευσης. Το Δημαρχείο ακολουθεί την κλίμακα της περιοχής με τη διάσπαση του μεγάλου κτηριακού όγκου που ζητά το πρόγραμμα σε διακριτές ενότητες. Η οριζοντιότητα των όψεων εντείνει την προοπτική αντίληψη του νέου δημόσιου χώρου και προσδίδει στην αρχιτεκτονική του κτηρίου τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Το νέο κτήριο διαμορφώνεται ως ένα αναδιπλούμενο κέλυφος το οποίο θέτει σε διαπραγμάτευση των καθορισμό των εσωτερικών και εξωτερικών του ορίων. Η διαμόρφωση του κελύφους αποκαλύπτει την εσωτερική ζωή του δημόσιου κτιρίου, τις κινήσεις και τις δραστηριότητες των εργαζομένων και των επισκεπτών του. Με τον τρόπο αυτό το Δημαρχείο γίνεται εύληπτο και κατανοητό προσκαλώντας τους πολίτες να το επισκεφθούν και να οικειοποιηθούν τους χώρους του. Οι χώροι κυκλοφορίας οργανώνονται γύρω από δύο εσωτερικά αίθρια, τα οποία συναντώνται στο επίπεδο της κυρίας εισόδου. Το πρώτο αίθριο ορίζεται από την ράμπα σύνδεσης της πλατείας με την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και αποτελεί τον κοινωνικό πυρήνα του κτηρίου. Στο δεύτερο γραμμικό αίθριο τοποθετείται ο πυρήνας κατακόρυφης κυκλοφορίας.
Αρχιτέκτονες: Πάνος Δραγώνας, Βαρβάρα Χριστοπούλου

Εμένα μου αρέσει και η ιδέα και η εφαρμογή.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

Για την εθνολογική σύνθεση του Πόντου το 1921

Ο Δημήτριος Ράλλης αναλαμβάνει για πέμπτη και τελευταία φορά την πρωθυπουργία το 1920 ενώ η Μικρασιατική εκστρατεία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη για μικρό χρονικό διάστημα (04.11.1920 – 24.01.1921). Ελάχιστες ημέρες πριν την παραίτησή του από την πρωθυπουργία του απευθύνεται επιστολή κάποιου Νεόφυτου με δυσανάγνωστο επώνυμο. Η επιστολή έχει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς παρουσιάζει την κατάσταση στον Πόντο λίγο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή, από την πλευρά των Ποντίων πάντα. Την δημοσιεύω και θα συμπληρώσω στοχεία και σχόλια αργότερα -ένεκα της ημέρας -31 Δεκεμβρίου 2007:-).

Εξοχώτατον Κύριον Δ. Ράλλην
Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και Υπουργόν των Εξωτερικών
Ενταύθα.
Κύριε Πρόεδρε,
Λαµβάνω την τιµήν να υποβάλω Υµίν εκ µέρους των Ποντίων το παρόν περί του ζητήµατος του Πόντου υπόµνηµα, πεποιθώς ότι θέλετε καταβάλει πάσαν προσπάθειαν παρά τη Συνδιασκέψει του Λονδίνου προς ικαvoποίησιν των δικαίων πόθων των Ποντίων και απελευθέρω­σιν αυτών εκ του απαισίου τουρκικού ζυγού.
Ο Πόντος, ον δικαιούται ο Ελληνισµός να διεκδικήση ως χώραν εξ ίσου µε την Ιωνίαν ελληνικήν, εκτείνεται από των συνόρων της Γεωργίας µέχρι του Αγιανζίκ δυτικώς της Σινώπης, επί επιφανείας 70 χιλ. τετραγωνικών χιλιοµέτρων περίπου και περιλαµβάνει τον Νοµόν Τραπεζούντος µετά των διοικήσεων (Σανδζάκ) Ριζαίου και Αργυρου­πόλεως (Γκιουµισχανέ) και των διοικήσεων Ακτδζέ-Αµπάτ, Βάκφικεπίρ, Κιόρελε, Τριπόλεως, Κερασούντος και Ορδούς, την διοίκησιν Σινώπης, Καραχισάρ Σαρκή (Νικοπόλεως) και Τοκάτης.

Ο ολικός πληθυσµός του Πόντου ανήρχετο προ του παγκοσµίου πολέµου εις 2 εκατοµµύρια περίπου ψυχών, εξ ων, καθ' υπολογισµούς επί τη βάσει αυτών των επισήµων τουρκικών στατιστικών, οι Έλληνες ανήρxovτo εις πλέον των 700 χιλ. εκτός των εν Καυκάσω και Ρωσσία, εν Κων/πόλει, Ελλάδι και Αµερική ευρισκοµένων άλλων 500 χιλ. περίπου Ποντίων, ετοίµων να κατέλθωσιν εις τας πατρίδας των ευθύς ως απελευθερωθή εκ του Τουρκικού ζύγού ο Πόντος. Ο υπόλοιπος πληθυσµός περιελάµβανε 200 χιλ. περίπου Αρµενίους, Ιουδαίoυς και ξένους και 1 περίπου εκατοµµύριον Μουσουλµάνους, διαιρουµέvoυς εθνολογικώς ως εξής:

1. 220 χιλ. περίπου Λαζούς, απογόνους των αρχαίων Ελλήνων και των ιθαγενών Κόλχων και Μόσχων, εκxpιστιανισθέvτας και εξελληνισθέ­ντας κατά την Bυζαντινήν εποχήν και εξισλαµισθέντας κατά τον 16ον και τον 17ον αιώνα µ.χρ. Εκ τούτων το εν τρίτον περίπου λαλεί εισέτι την Ελληνικήν και κατά την εν τω πολέµω Ρωσσικήν κατοχήν εζήτησε να επανέλθη εις την Ορθοδοξίαν. Οι Λαζοί δεν διάκεινται φιλικώς προς τους Τούρκους, και λαλούν οι προς Ανατολάς οικούντες Γεωργιανικόν ιδίωµα.
2. Εις 200 χιλ. περίπου Κιρκασίους και Αβασγούς, λαλούντας τας εθνικάς αυτών γλώσσας και εχθρικώς διακειµένους προς τους Τούρκους.
3. Εις 80 χιλ. περίπου Κούρδους, λαλούντας την Κουρδικήν.
4. Εις 60 χιλ. περίπου Κηζηλ-µπάσηδες (Ερυθρίνους), µισουµένους υπό των Τούρκων ως ειδωλολάτρας.
5. Εις 60 χιλ. περίπου Γεωργιανούς, λαλoύvτας την Γεωργιανικήν γλώσσαν.

Ωστε αφαιρουµένων των εις 620 χιλ. περίπου ανερχοµένων αλλοφύλλων Μουσουλµάνων, έµενον εν αρχή του πολέµου µόνον 500 χιλ. περίπου καθαροί Τούρκοι απέναvτι πλέον,των 700 χιλ. Ελλήνων, εάν δε προσθέσωµεν εις τους 'Ελληνας τούτους και τους έξω του Πόντου οµοεθνείς, οι 'Ελληνες θα ήσαν κατά δύο και ήµισυ φοράς περισσότεροι των καθαρώς Τούρκων. Εάν εκ των κατά τον πόλεµον διωγµών, εκτοπισµών και φόνων ο ελληνικός πληθυσµός απώλεσε 30%, οι τούρκοι επίσης απώλεσαν, εκ του άρρενος προπάντων πληθυσµού των, εν τω πολέµω και εκ του ψύχους και της πείνης πλέον των 30%, ώστε και νυν διατηρείται η αυτή αναλογία.

Ο Πόντος γνωστός εις την Ελλάδα από της µυθολογικής εποχής των Αργοναυτών απωκίσθη υπό των Ελλήνων κατά τον Η' (8ον) αιώνα π.Χ. Έκτοτε δε αι πόλεις και αι τοπωνυµίαι διατηρούν µέχρι σήμερον τας Ελληνικάς ονομασίας των και από της αρχαιοτάτης εποχής μέχρι σήμερον διατηρεί τον Ελληνικόν χαρακτήρα Του ακριβώς δε προς εξάλειψιν του Ελληνικού εθνολογικού τoύτoυ χαρακτήρος του οι Νεότουρκοι ώμοσαν την εξόντωσιν του Ελληνισμού του Πόντου, ην μέχρι σήμερον επιδιώκουν μετ' ανηκούστου λύσοης και αγριότητος, τοσούτο μάλλον καθ' όσον όλος ο οικονομικός βίος της χώρας, εμπόριον, βιοτεχνείαι ναυτιλίαι και πάντα τα παραγωγικά επαγγέλματα και το χρήμα ευρίσκoντo προ του πολέμου εις χείρας των Ελλήνων, ους απεγύμνωοαν διά της βίας οι Τούρκοι.

Αι ζημίαι ας υπέστη ο Ελληνισμός του Πόντου κατά τον πόλεμον κατ' ακριβείς υπολογισμούς ανέρχονται εις εν δισεκατομμύριον δραχμών, αι δε μετά την ανακωχήν μέχρι σήμερον υπερβαίνουν έτερα 500 εκατ. δραχμών διά των οποίων επλούτισαν οι πριν πενόμεvoι Τούρκοι του Πόντου και πρέπει να υποχρεωθούν να αποδώσουν εις τους δικαιούχους αυτών τας περιουσίας των, τούτο δε είναι εν των οπουδαιοτέρων σημείων του Ποντιακού ζητήματος, επί του οποίου εφιστώμεν την προσοχήν της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Ο Πόντος είναι η πλουσιωτέρα χώρα της Μικρασίας ένεκα της μεγαλοπρεπούς βλαστήσεως, των πλουσίων δασών και μεταλλείων της και των άλλων πλουτοφόρων πηγών της, αίτινες κατέστησαν πάντοτε τον Πόντο αυτάρκη, μεθ' όλην δε την τουρκικήν κακοδιοίκησιν ο Πόντος διέθρεψε τας ανατολικάς στρατιάς της Τουρκίας κατά τον πόλεμον και εξήγεν άφθονα προϊόντα εις την Κων/πολιν και την Γερμανίαν και νυν διατρέφει τας ορδάς του Κεμάλ. Από ελληνικής απόψεως η τελική μετά της Ελλάδος Ένωσις της ελληνικωτάτης ταύτης χώρας είναι απαραίτητος διά τους εξής λόγους:

1. Ο Πόντος είναι ο πρόσκοπος του νεοελληνικού πολιτισμού εν τη Βορειοανατολική Μικρασία και τω Καυκάσω.
2. Ανευ της ενώσεως ταύτης δεν θα ήτο αρτία η ενότης του Ελληνισμού.
3. Ως η Μακεδονία παρέσυρεν εν ευθέτω ώρα εις την Ένωσιν και την Θράκην ούτω και ο Πόντος θα παρασύρη μοιραίως, όταν επιστή η ώρα, εις την μετά της Ελλάδος ένωσιν και την Βιθυνίαν και το αναγκαιούν μέρος της Παφλαγονίας διά την συντέλεσιν της Κρατικής ενότητος της Ελλάδος.
4. Ο Πόντος ένεκα των μεγάλων πλουτοφόρων πηγών του, έχει διά τον Ελληνισμόν υψίστην οικονομικήν σημασίαν.
5. Ο Πόντος θα χρησιμεύση όπως καταστήσωμεν τον Εύξεινον Πόντο θάλαοσαν ελληνικήν, είναι δε μεγίστη η οικονομική σημασία του ως μεσάζουοα οδός προς την Ρωσσίαν, τον Καύκασον, την Περσίαν και την Κεντρικήν Ασίαν, και
6. Θα χρησιμεύση μετά της Ιωνίας ως δεύτερος βραχίων του μοχλού διά την εις την κεντρικήν Μικρασίαν διείσδυσιν και οικοvoμικήν επικράτησιν του Ελληνισμού.


Η πολιτική θέσις του ζητήματος.
Κατά πρώτον εζητήθη παρά των πρωθυπουργών της Συνεννοή­σεως κατά τέλη του 1917 η απελευθέρωσις του Πόντου εκ του τουρκικού ζυγού και η ίδρυσις Δημοκρατίας του Πόντου, αλλ' επειδή το ζήτημα δεν ήτο ώριμον, και άλλως τε τοιαύτη τις Δημοκρατία, βασιζομένη επί της λαϊκής κυριαρχίας, θα ήτο καθαρώς Μουσουλμανι­κή, καθότι αι μουσουλμανικαί φυλαί συλλήβδην λαμβανόμεναι επλειοψήφουν απέναντι των Ελλήνων, εζητήθη είτα να ταυτίση την τύχην του με την Αρμενίαν υπό τύπον Ομοσπονδιακόν, αλλά και αι επί τούτω εν Εριβάν και Τυφλίδι υπό του Σ. Μητροπολίτου Τραπεζούντος διεξαχθείσαι διαπραγματεύσεις εναυάγησαν ένεκα της κακοπιστίας των Αρμενίων, και εισήλθε το ζήτημα εις την ενεστώσαν αυτού φάσιν, αναγνωρισθέντος εν τη Διασκέψει του Σαν Ρέμο του ζητήματος ως ζητήματος Ελληνικού.

Έκτοτε επεδιώχθη η υπό των ελληνικών στρατευμάτων κατάληψις του Πόντου και η ίδρυσις ελληνομουσουλμανικής πολιτείας υπό την επικυριαρχίαν του Σουλτάνου και την προστασίαν της Κοινωνίας των Εθνών με εντολοδόχον διοργανωτήν την Ελλάδα, τούτο δε πρέπει να επιδιωχθή και τώρα και να αφεθή εις τους Ποντίους Ελληνας ο εντελής εξελληνισμός της χώρας, οπότε και θα επήρχετο μοιραίως η τελική μετά της Ελλάδος ένωσις.

Σημειωτέον ότι εάν η Ελλάς λάβη την εντολήν να συντρίψη τον Κεμάλ, η κατασύντριψις αυτού ένεκα στρατηγικών, τοπογραφικών και οικονομικών λόγων δεν θα ήτο ευχερής ειμή διά συγχρόνου στρατιωτικής ενέργειας εξ Ιωνίας και εκ Πόντου, ως εν τω προς Υμάς υπό ημερ. 20 παρελθόντος Ν/βρίου σημειώματί μου εξέθηκα, παρακαλέσας συνάμα και τον διακεκριμμένον Συν/χην κ. Εξαδάκτυ­λον να μελετήση το ζήτημα από στρατηγικής απόψεως.
Διεθνώς δέον να υποδειχθή και να τονισθή η πολιτική ανάγκη της ιδρύσεως Ποντιακού Κράτους, απαραιτήτου διά την δημιουργηθείσαν εκ της ιδρύσεως των Κρατών Αρμενίας, Γεωργίας και Αζερπαϊτζιάν Μικρασιατικήν lσορροπίαν, όπως κρατήση την ισορροπίαν μεταξύ των σήμερον μεταξύ των Μουσουλµανικών Κρατών της Τουρκίας, Περσίας και Αζερπαϊτζιάν και των χριστιανικών της Αρµενίας και Γεωργίας, άτινα θα χρησιµεύσουν ως προπύργιον κατά της Ασιατικής αναρχίας και βαρβαρότητας.

Ο ακµαιότατος Ελληνισµός του Πόντου υποστάς κατά τον πόλεµον υπό των Τούρκων τα φρικιαστικώτερα των τερατουργηµά­των, και εξακολουθών µέχρι σήµερον να απογυµνούται, ν' ατιµάζεται και να δολοφονείται, θα εξοντωθή εντελώς εντός ολίγων µηνών -και τοιούτον είναι το πολιτικόν πρόγραµµα των Τούρκων- εάν δεν ληφθούν όσον τάχιστα τα απαιτούµενα µέτρα προς διάσωσιν αυτού, πάσας δε νυν τας ελπίδας του εναπέθηκεν εις την ενεστώσαν Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως σώση αυτόν όσον τάχιστα εκ της αvαπoδράστoυ εξοντώσεως.
Ων λίαν ενήµερος του ζητήµατος τούτου και των συναφών Ανατολικών ζητηµάτων, ως εκ των µέχρι τούδε επιδοθέντων εις το Υπουργείον των Εξωτερικών δώδεκα σηµειωµάτων µου φαίνεται, τίθεµαι εις τας υµετέρας διαταγάς όπως παράσχω Υµίν πάσαν λεπτοµερή πληροφορίαν, ης θα είχατε ανάγκην.

Διατελώ, Κύριε Πρόεδρε, µετά βαθυτάτου σεβασµού
Ευπειθέστατος Υµών θεράπων
[ .... ] Νεόφυτος
Αθήναι, 20 Ιανουαρίου 1921.

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2007

Για το ημερολόγιο του Μορφωτικού Συλλόγου Λεβαδείας

Δεν έχουμε φυλλομετρήσει ακόμη το ημερολόγιο 2008 του Μορφωτικού Συλλόγου Λεβαδείας. Ελπίζουμε όμως να περιέχει λιγότερα λάθη από τη διαφήμισή του που δημοσιεύτηκε στο 126ο φύλλο των Πολιτιστικών Σελίδων-Δεκέμβριος 2007.
Τα ορθογραφικά λάθη "βγάζουν μάτι":
Γράφεται στη διαφήμιση:" Ορμόμενοι απ' αυτόν... "... Ομως "ορμώμενοι" γράφουμε στην Ελλάδα εδώ και 3.000 χρόνια.
Επίσης γράφεται στη διαφήμιση:
Ομορφη πού 'ναι η Λιβαδειά
που κείται μεσ' το ρέμα
Δεν είναι "μεσ' το ρέμα" αλλά "μέσ' στο ρέμα". Η διαφορά μπορεί να μην φαίνεται μεγάλη στους αδαείς αλλά είναι τεράστια: προδίδει ότι ο συντάκτης του κειμένου της διαφήμισης δεν έχει εκείνη τη βιωματική σχέση με την ελληνική γλώσσα που είναι απαραίτητη για να εκπροσωπεί τον Μορφωτικό Σύλλογο της πόλης. Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο συντάκτης και δεν είναι προσωπικό το θέμα. Δεν νομίζουμε ότι είναι υπερβολικό να απαιτούμε από ένα φορέα πολιτισμού με κύρος όπως ο Μορφωτικός Σύλλογος να προσέχει ιδιαίτερα τα κείμενά του σε μια εποχή που η ελληνική γλώσσα και η σωστή χρήση της βάλλονται από παντού.
Υπάρχουν κι άλλα λάθη ήσσονος σημασίας. Γι' αυτό ας ασχοληθούμε λίγο με το λαϊκό (όπως αναφέρεται στη διαφήμιση) δίστιχο:
Ομορφη πού 'ναι η Λιβαδειά
που κείται μέσ' στο ρέμα
Ο τύπος, ο ρηματικός, "κείται", φαίνεται/είναι λόγιος και δύσκολα θα τον χρησιμοποιούσε ο λαός, πολλώ μάλλον που απαντάται στα του τάφου με την πασίγνωστη φράση "Ενθάδε κείται"κ.λπ.
Πιο πιθανή μας φαίνεται η εκδοχή του Θύμιου Δάλκα:
Ομορφη πού 'ναι η Λειβαδιά
που βρίσκεται στο ρέμα
Το δίστιχο περιλαμβάνεται (περίπου) στο γνωστό ποίημα του Αννινου που αναφέρεται στις ομορφιές της πόλης μας και που το παραθέτω ολόκληρο -καθώς δεν βρήκα να υπάρχει αλλού στο δίκτυο εκτός από την πρώτη στροφή στη σελίδα της Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς http://vivl-livad.voi.sch.gr/GREEK/LIVADEIA/Livadeia00.htm.

ΛΕΙΒΑΔΙΑ
Ομορφη πούσαι Λειβαδιά, που κείτεσαι στο ρέμα !...
Πάν' τα κορίτσια για νερό και φεύγουν φιλημένα...
Κι ένας διαβάτης ταπεινός στην ποταμιά σου τώρα,
εσένα ήρθε και φίλησε μικρή μου όμορφη χώρα...
..............................................................
Ομορφη πούσαι Λειβαδιά, μες στα νερά δοσμένη.
Χήνα της Ερκυνας παλιά, νύφη δροσολουσμένη.
Κι αν έρθει μαντευτής κανείς στου Τροφωνίου τη βρύση,
για σένα τώρα όλο ρωτά, και πώς κοντά να ζήση.
.................................................................
Με τα πλατάνια τα ψηλά δροσιά κι ανάσα δίνεις,
και μες στις δυο σου τις πηγές Λήθης και Μνημοσύνης
ξεχνάει καθείς από τη μια, όσα έχει αλλού περάσει,
και με την άλλη δένεται ποτές μη σε ξεχάση...
..................................................................................................
Ομορφη πούσαι Λειβαδιά, στη ρεματιά χωμένη
Αρχοντοπούλα από γενιά παλιά και ξακουσμένη.
Τι κι αν τα δακτυλίδια σου σού τάχουνε παρμένα;
τα δάκτυλά σου απόμειναν τα κοντυλογραμμένα.
...............................................................
Ομορφη πούσαι Λειβαδιά γλυκιά ασπρομαντηλούσα...
Ασ' τις καινούργιες φορεσιές, ασ' τα καινούργια λούσα...
Της αρχοντιάς σου πρέπουνε τ' αρχοντικά παλιά της
οι παλαϊκές της ομορφιές στην ακροποταμιά της...
Εκτός από το μονοτονικό έχει ακολουθηθεί η ορθογραφία του ποιητή- παρατηρήστε ότι ο Αννινος γράφει στον πρώτο στίχο της δεύτερης στροφής σωστά[...μες στα νερά δοσμένη] αντίθετα με τη διαφήμιση του ημερολογίου που όπως επισημάναμε γράφει λανθασμένα[...μεσ' το ρέμα].


Ως στίχος το "Ομορφη που 'ν' η Λειβαδιά που είναι μέσ' στο ρέμα" αποθησαυρίζεται από τον Θεοφάνη Λευκαδίτη στην "Ανθολογία 3.100 Δημοτικών και Παραδοσιακών Τραγουδιών από όλη την Ελλάδα" τόμος Α', Αθήνα 2002. Επίσης ο Γιώργος Μεϊντανάς το 1993 περιλαμβάνει στα τραγούδια του δύο παραλλαγές με χαρακτηριστικό το ¨κείται μες στο ρέμα" αλλά και το ...σεμνό "πάν τα κορίτσια για νερό γυρίζουν δάκρυσμένα".

"Ωραία που είναι η Λειβαδιά που κείται μέσ' στο ρέμα..." μας παραδίδει σε άλλη παραλλαγή ο Γιώργος Παπαδημητρίου στο Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Αθήνα 1953. Με την ίδια ακριβώς διαφοροποίηση δηλαδή αρχίζοντας με το επίθετο "ωραία" αντί "όμορφη" αναφέρει τον στίχο και ο Χρήστος Χαλατσάς στα Ρουμελιώτικα Δημοτικά Τραγούδια του, στο τραγούδι με τον τίτλο "Τα λερωμένα τ' άπλυτα".
Τέλος ο Στέργιος Βαγγλής από τα Δημοτικά Τραγούδια της Χαλκιδικής (Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986) παραθέτει:
Ομουρφη που'ν' η Λειβαδιά, μα κείτι μες στου ρέμα
Πάν' τα κουρίτσια για νερό, γυρίζουν φιλημένα

Προσωπικά αγνοώ εάν το λαϊκό δίστιχο (όπως αναφέρεται στη διαφήμιση) υπάρχει πριν από το ποίημα του Αννινου ή το ποίημα πέρασε σιγά σιγά στα χείλη του λαού ελαφρώς διαστρεβλωμένο. Με την αφορμή των λαθών στο ημερολόγιο του Μορφωτικού Συλλόγου θα το εξακριβώσω και θα επανέλθω. Υπάρχουν άλλωστε πολλά να πούμε για το συγκεκριμένο ποίημα αλλά και για τη Λιβαδειά και τη Βοιωτία στην ελληνική ποίηση.
Φυσικά όποιος γνωρίζει μπορεί να προσθέσει οποιαδήποτε πληροφορία θεωρεί χρήσιμη.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Δεύτερη φωτογραφία-Κουίζ

Επιμένω. Ποιο είναι το μισοκαμένο βοιωτικό χωριό; Ο λόφος πίσω βοηθάει.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

Φωτογραφικό quiz


Μια ακόμη φωτογραφία, ιστορική κατά μια έννοια.
Είναι του 1978. Τι απεικονίζει όμως; Η γενιά του δικτύου έχει μνήμη;

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

Η φωτογραφία του ληστή Κωτσαδάμ

Με αφορμή όσα έγραφα εδώ Δακρυσμένη Μικρασία από τον Βασίλη Τζανακάρη ο εκλεκτός συμ-blogger Τροφώνιος( http://e-trofonios.blogspot.com/) μου έστειλε την ακόλουθη φωτογραφία. Είναι ολόκληρη η φωτογραφία από την οποία ένα μέρος χρησιμοποίησε ο Τζανακάρης ως εξώφυλλο στο σχετικό με τη ληστοκρατία βιβλίο του.
Μια άγρια πόζα όπου εικονίζεται όπως λέει στη λεζάντα ο Κωτσαδάμ με το κόμμενο κεφάλι άλλου ληστή. Θα επανέλθω για τον Κωτσαδάμ ο οποίος έδρασε πιθανότατα μετά το 1925 σε ολόκληρη την περιοχή Ελικώνα. Ο ίδιος καταγόταν από το Ζερίκι, άλλωστε το χαρακτηριστικό επώνυμο Κωτσαδάμ απαντάται σήμερα συχνά στη Λιβαδειά. Φυσικά όποιος έχει περισσότερα στοιχεία μπορεί να τα προσθέσει εδώ είτε ως σχόλιο είτε ως μέιλ.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2007

Οι Σαρακατσάνοι. Τότε και τώρα


Γράφει ο Νίκος Γ. Ζυγογιάννης
Καθηγητής
Πρ.Πρόεδρος Πανελλ. Συν. Σαρακατσαναίων


Οι Σαρακατσαναίοι είναι ένα πανάρχαιο πρωτοελληνικό φύλο. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.

Κοιτίδα των Σ. ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ, χώρος που λόγω της γεωφυσικής του κατάστασης ήταν απάτητος, δεν ήταν γραμμένος πουθενά και γι’ αυτό κατοικούνταν από αυτόνομους και ελεύθερους ανθρώπους. Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.




Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες. Σύμφωνα με τη Σ. παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους. Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σ. φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς. Γι’ αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσιάν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες». Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσιάνος».Μια άλλη πιθανή ετυμολογία είναι από την τουρκική λέξη σαράν που σημαίνει «φορτώνειν» και την τουρκική μετοχή κατσιάν=φυγάς,ανυπότακτος, (σαράν + κατσιάν = Σαρακατσιάνος) γιατί από καιρό σε καιρό φόρτωναν τα πράγματά τους και μετακινούνταν με τα κοπάδια τους και γι’ αυτό τους έδωσαν αυτό το όνομα (παρατσούκλι) οι Τούρκοι.
Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου. Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σ., οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας. Διατήρησαν τα έθιμα, τις συνήθειες και τους κανόνες συμπεριφοράς και διαβίωσης κατά τρόπο πιστό και αυθεντικό. Στηρίχθηκαν στα παραδοσιακά τους έθιμα και στην ελληνική τους ταυτότητα και δεν επέτρεψαν στην περιβάλλουσα αλλοεθνή και ξενόγλωσση κοινωνία να εισβάλλει στη δική τους. Η οικονομική τους ευρωστία και αυτονομία και η διαβίωσή τους σε καλλίτερες υλικές συνθήκες τους οδήγησε, σε μια ουσιαστικά και τυπικά, εσωτερίκευση, τήρηση και εφαρμογή των εθιμικών κανόνων διαβίωσης και κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η χρήση μιας και μόνο γλώσσας, της Ελληνικής, αποδεικνύει ότι οι Σαρακατσιαναίοι είναι διαφορετικοί από τους Βλάχους,( Οι Βλάχοι της Ελλάδας γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές: Κουτσόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι, κ.τ.λ .ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Βλαχόφωνοι Έλληνες) που μιλούσαν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα. Επειδή η λέξη βλάχος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον άνθρωπο που έχει πρόβατα, τον κτηνοτρόφο, τον βοσκό και επειδή η κτηνοτροφική ζωή ήταν κοινό τους στοιχείο, επήλθε σύγχυση πότε ένας βλάχος (=αυτός που έχει πρόβατα, ο κτηνοτρόφος, ο βοσκός) είναι Σαρακατσάνος και πότε Βλάχος (=Βλαχόφωνο ).
Με τη διαφορά όμως ότι οι Σ. ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ζούσαν νομαδικά και ημινομαδικά, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σ. στα μέσα του προηγούμενου αιώνα εγκατέλειψαν το νομαδισμό. Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν..
Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλλίτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας ( αρχιποιμένας ), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος,τολμηρός, έντιμος και δίκαιος, ανοιχτοχέρης. Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο ( ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε- μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού.
Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά ( τεφτέρια ). Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα ή καθόλου πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Με τα πρόβατα αλλά και τα άλλα ζώα τους έδενε στενή σχέση. Τα φρόντιζαν και τα πρόσεχαν ιδιαίτερα, αφού ήταν γι’ αυτούς όλη τους η περιουσία.
Το σπίτι των Σ. ( το κονάκι ), που το κατασκεύαζαν μόνοι τους, ήταν ένα καλύβι με σάλωμα και ήταν δυο τύπων: α) το ορθό κονάκι ( κωνοειδής καλύβα ), που κατέληγε στην κορυφή του σε σταυρό και είχε στο κέντρο την εστία ( φωτογώνι ) και γύρω-γύρω διασκευασμένους χώρους όπου τοποθετούσαν ρούχα, είδη μαγειρικής κ.τ.λ., ενώ υπήρχε σταθερή θέση για το εικόνισμα β) ο πλάγιος τύπος με δίρριχτη στέγη που κατασκευαζόταν από κορμούς δέντρων, ξύλα ( πελεκούδια ) και κλαδιά ελάτων ( μπάτσες ). Τα «κονάκια», ο οικισμός δηλ. το σύνολο των νομαδικών οικογενειών αποτελούσε τη Στάνη. Στάνη και τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα. Το αντίστροφο όχι.
Η Σ. οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας, ο πατέρας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός. Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη, η καλή ανατροφή και ο καλός ψυχικός κόσμος. Το αγόρι έπρεπε να ήταν σεμνό, συγκρατημένο στις πράξεις, τα λόγια και τους τρόπους του. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε καθημερινά αναλάβει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού ( να φέρει ξύλα, ν’ ανάψει φωτιά, να φέρει νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, να περιποιηθεί τα παιδιά, να κάμει το νοικοκυριό του κονακιού κ.τ.λ. ), αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων ( παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, κατασκευή, στρώσιμο, ξέστρωμα μαντριών κ.τ.λ. ).Η ρόκα, για το γνέσιμο του μαλλιού, ήταν η αχώριστη συντροφιά της. Όπου κι αν πήγαινε την είχε μαζί της. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σ. ευχαρίστηση και «σκόλη». Εκείνο όμως που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Η Σ. ήταν μια αφανής ηρωίδα της καθημερινής ζωής. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν γίνονταν μητέρα.
Η παιδεία των Σ. ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους στις ορεινές περιοχές δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Είχαν όμως μια βαθιά αίσθηση του ελληνικού γλωσσικού οργάνου. Από τις αφηγήσεις τους διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.
Οι Σ. ήταν πιστοί χριστιανοί, χωρίς μεγάλη θεωρητική κατάρτιση. Τελούσαν όμως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και ένιωθαν δέος για τα μυστήρια, ειδικά του γάμου και της βάπτισης. Τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και τις ονομαστικές γιορτές τις γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια, όπου κι αν βρίσκονταν. Γλεντούσαν συχνά με χορό και τραγούδια. Τα τραγούδια, προϊόν ιστορικής και συναισθηματικής εσωτερίκευσης γεγονότων και καταστάσεων, κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: στα κλέφτικα, στα ποιμενικά και της λεβεντιάς, της Χαράς ( γάμου ) και της αγάπης, και του χωρισμού και της ξενητειάς. Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Το παίξιμο της φλογέρας – το κατεξοχήν μουσικό όργανο – για το Σ. τσοπάνη ήταν μια ιεροτελεστία.
Ιδιαίτερα γλεντούσαν, όταν γίνονταν κάποιος γάμος στο τσελιγκάτο. Ο γάμος μαζί με τη γέννηση των παιδιών αποτελούσε τους δυο κύριους πόλους της Σ. κοινωνίας. Ο γάμος ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο πολυδιάστατο, με ένα κύκλο πράξεων, στάσεων, συμβόλων και συμπεριφορών. Χαρακτηριστικό του ήταν η ενδογαμία. Κοινωνικός σκοπός του γάμου ήταν η αναπαραγωγή ( γέννηση και ανατροφή παιδιών ) και η κοινωνική κατανομή της εργασίας. Αλλά, και το θάνατο περιβάλουν με ένα κύκλο εκδηλώσεων και πράξεων που φανερώνει ότι ήταν προετοιμασμένοι για το αναπόφευκτο αυτό γεγονός. Στις μετακινήσεις τους, στο ξεκαλοκαιριό ή το χειμαδιό, είχαν πάντα μαζί τους τη νεκροαλλαξιά.
Τα τσελιγκάτα συνέβαλαν αποφασιστικά στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Στην επανάσταση του 1821 οι Σ. ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς – όπως και όλοι οι άνθρωποι του βουνού – και της εξασφάλιζαν τα απαραίτητα. Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Πολλοί ήταν και οι επώνυμοι Σ. αγωνιστές ( αρματολοί και κλέφτες ) της προεπαναστατικής και της επαναστατικής περιόδου, όπως οι αρματολοί του Καρπενησίου Συκάδες, ο Β. Δίπλας, ο Χασιώτης και ο Λεπενιώτης ( αδέλφια του Κατσαντώνη ), ο Φαρμάκης, ο Γ. Τσόγκας, ο Αραπογιάννης, ο Λιάκος και κυρίως το καμάρι των Σ., ο Κατσαντώνης, ο πολεμιστής και καπετάνιος των Αγράφων και των Τζουμέρκων. Στον Μακεδονικό Αγώνα βοήθησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα ως οδηγοί, αγγελιοφόροι, τροφοδότες και σύνδεσμοι.
Περιέθαλψαν τραυματίες στις στάνες τους, διέθεσαν τρόφιμα, ιματισμό, μετέφεραν όπλα και συμμετείχαν οι ίδιοι στα αντάρτικα σώματα, όπως ο οπλαρχηγός Κ. Γαρέφης κ. α. Ο Παύλος Μελάς συνεργάστηκε στενά με τους Σ. Ανώνυμοι αγωνιστές επίσης αντιστάθηκαν σ’ όλους τους κατακτητές…
Αυτό που άφησαν πίσω τους ως κληρονομιά οι Σ. δεν είναι μαρμάρινα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής, βιβλία προγονικά, αλλά μας κληροδότησαν υπέροχα ξυλόγλυπτα και όμορφα υφαντά, αντικείμενα που φιλοτέχνησαν για να κάνουν τη ζωή τους ευκολότερη. Η γυναίκα έφτιαχνε μόνη της τις αντρικές και γυναικείες φορεσιές. Μετά τον κούρο, το ξάσιμο του μαλλιού, το γνέσιμο, η ύφανση, το ράψιμο ήταν δικιά της δουλειά. Οι Σ. δε φόρεσαν ποτέ άλλο ξενικό ύφασμα, παρά μονάχα υφάσματα δικής τους κατασκευής. Η χαρακτηριστική σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων στις φορεσιές, τα υπέροχα χρώματα και σχέδια στις «παναούλες», τις μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο ύφασμα, ο ολοκέντητος κόκκινος φλάμπουρας του γάμου με θέματα αυστηρής συμμετρίας ανάμεσα και γύρω από τις τέσσερις γωνίες του σταυρού είναι μερικά από τα στοιχεία της Σ. τέχνης.
Σήμερα η ποιοτική μεταβολή και ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σ. είναι πραγματικότητα. Η κάθοδός τους από τα βουνά στις πεδιάδες, η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου, η αγροτική διαβίωση ( ένα μικρό ποσοστό ασχολείται με την κτηνοτροφία ) αλλά και η ενασχόληση με ελεύθερα επαγγέλματα, η συμμετοχή τους στις μισθωτές υπηρεσίες, ιδιωτικές και δημόσιες, η ανάδειξή τους στην επιστήμη, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική διαμόρφωσαν μια Σ. κοινωνία που συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό. Ιδιαίτερα διέπρεψαν στις επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει τομέας στον επαγγελματικό χώρο, στον οποίο να μην έχουν συμμετοχή οι Σ. Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν. Φιλήσυχοι και φιλόξενοι, νομοταγείς, αξιοπρεπείς, εργατικοί και αξιόπιστοι διακρίνονται για το μαχητικό τους πνεύμα, το σφρίγος και την αγωνιστικότητά τους…
Από το 1960 και μετά, που οι Σ. διασκορπίστηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σαρανταπέντε πολιτιστικοί σύλλογοι και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων ( ΠΟΣΣ ) προσπαθούν να κρατήσουν και να συνεχίσουν τη Σ. παράδοση και να αντισταθούν στην αφομοιωτική και ισοπεδωτική τάση της εποχής μας, με το να συγκεντρώνουν και να καταγράφουν τα Σ. τραγούδια, να μαθαίνουν τους χορούς στους νέους, διατηρώντας δικά τους χορευτικά συγκροτήματα. Με τα τμήματα γερόντων αναπαράγουν το πλούσιο και ανεξάντλητο υλικό, αφού οι γέροντες είναι οι μοναδικοί αδιάψευστοι μάρτυρες της Σ. ιστορίας. Μεγάλη είναι η προσφορά στη διάδοση του Σ. τραγουδιού, των Σ. τραγουδιστών, επαγγελματιών και μη, που έχουν ηχογραφήσει σε δίσκους και κασέτες τα τραγούδια τους. Το Λαογραφικό Μουσείο Σ. στις Σέρρες, όπου εκτίθεται αυθεντικό υλικό απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας που έχει σχέση με τη ζωή και τη λαϊκή τέχνη των Σ., έτυχε Ευρωπαϊκής αναγνώρισης και βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μουσείων.
Υπάρχουν όμως μουσεία, μικρότερης ίσως εμβέλειας, και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας με υλικό από τη λαϊκή τέχνη και τη ζωή των Σ. Υπαίθριοι παραδοσιακοί οικισμοί ( Στάνες ) σε διάφορα μέρη της χώρας κατασκευάστηκαν από συλλόγους και αναβιώνουν σκηνές από την καθημερινή ζωή των Σ. Έντυπο υλικό κυκλοφορεί για ενημέρωση των απανταχού Σ., όπως η «Σαρακατσαναϊικη Ηχώ» που εκδίδεται από την ΠΟΣΣ, το ετήσιο περιοδικό «Σαρακατσαναίοι» από την αδελφότητα Σ. Ηπείρου και το Ίδρυμα Σαρακ. Μελετών, το περιοδικό «Τα Δέοντα των Σαρακατσαναίων» από το Σύνδεσμο Σαρακ. Φθιώτιδας κ.ά. Σε συνέδρια πανελλήνια και ημερίδες με εισηγητές διάφορους επιστήμονες συζητούνται ποικίλα θέματα σχετικά με τους Σαρακατσαναίους.
Το Πανελλήνιο Αντάμωμα στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνιου και άλλα τοπικά, σε θέσεις που συνήθως ξεκαλοκαίριαζαν οι Σ., που γίνονται κάθε χρόνο καθώς επίσης, συνεστιάσεις, συνάξεις και χοροεσπερίδες βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Σ. Τέτοια τοπικά ανταμώματα οργανώνονται στο Βελούχι ( θέση Άγιοι Απόστολοι Μερκάδας ) την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου από το Σύνδεσμο Σ. Φθιώτιδας, στην Πάρνηθα ( στη θέση Μόλα ) του Αγίου Πνεύματος από τους Συλλόγους Σ. Αττικής, στο Γυφτόκαμπο ( κεντρικό Ζαγόρι Ηπείρου ) την πρώτη Κυριακή του Αυγούστου από την Αδελφότητα Σ. Ηπείρου, στην Ελάτεια Δράμας ( θέση Μπουζάλα ) στις 20 Ιουλίου από τους Συλλόγους Σ. Μακεδονίας και Θράκης κ. α. Επίσης στη Βουλγαρία ( Σλίβεν ) από την Ομοσπονδία Σ. Σ., που έχουν μείνει εκεί μετά το κλείσιμο των συνόρων, αλλά διατηρούν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα της Σ. παράδοσης…
Πολλοί είναι εκείνοι, Έλληνες και ξένοι, ερευνητές, λαογράφοι, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί που ασχολήθηκαν και ασχολούνται με τη ζωή και τον πολιτισμό των Σ., όπως οι λαογράφοι Αγγελική Χατζημιχάλη που μελέτησε τον ποιμενικό βίο των Σ., και ο Ε. Μακρής, ο ανθρωπολόγος διδάκτωρ Άρης Πουλιανός που έδωσε νέα διάσταση στο θέμα της προέλευσης των Σ., οι καθηγητές κοινωνιολογίας Γ. Καββαδίας, Δ. Μαυρόγιαννης, Gr. Hoeg, Glaube Fauriel κ.α…

Πέμπτη 17 Μαΐου 2007

Ο νομάρχης Βοιωτίας Αθανάσιος Μιχ. Μανουσόπουλος - Το σινεμά στα Κούκουρα


Ο Αθανάσιος Μιχ. Μανουσόπουλος, Αρκάς την καταγωγή, υπηρέτησε ως νομάρχης Βοιωτίας επί τετραετία το κρίσιμο διάστημα 1949-1953. Κατά γενική παραδοχή, είναι ένας από τους σπουδαιότερους λειτουργούς της κρατικής διοίκησης που είχε ποτέ η Βοιωτία και γενικότερα η Ελλάδα καθώς ο Μανουσόπουλος θήτευσε ως νομάρχης και στους νομούς Πρεβέζης, Λευκάδας, Σερρών, Θεσσαλονίκης και Μεσσηνίας επί 20ετία.
Το έργο του στη Βοιωτία είναι πολυσχιδές και τεράστιο. Επί των ημερών η Κωπαϊδα μεταβιβάστηκε από τους Αγγλους στους ακτήμονες της περιοχής (στη φωτό υποστέλλει την βρετανική σημαία κατά την παράδοση). Επί των ημερών του πήγε για πρώτη φορά αμαξιτός δρόμος στην Αγία Αννα (Κούκουρα) και στον Ελικώνα (Ζερίκι), όχι φυσικά με κρατικές πιστώσεις αλλά με εθελοντική εργασία των κατοίκων. Επί των ημερών του χτίστηκαν τα περισσότερα σχολεία στη Βοιωτία, με εισφορές και εθελοντική εργασία των Βοιωτών. Και άλλα πολλά, σημαντικά και όμως άγνωστα.
Ο Αθανάσιος Μανουσόπουλος, ζώντας και δημιουργώντας την ιστορία του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 2002 από τις Εκδόσεις Κονιδάρη ένα βιβλίο, το "Μαρτυρίες, Γεγονότα και Μνήμες 1946-1965", όπου αφηγείται τις εμπειρίες του από την θητεία ως νομάρχης επί 20 χρόνια και φυσικά αναφέρεται και στην τετραετία 1949-1953 όταν είχε τοποθετηθεί στη Βοιωτία. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό ντοκουμέντο με ωραία γλώσσα, με σπάνιο φωτογραφικό και αρχειακό υλικό. Στο βιβλίο περιγράφονται οι συγκρούσεις με τους πολιτικούς αλλά και με τη γραφειοκρατία, η ανιδιοτελής προσφορά των Βοιωτών εντός και εκτός Ελλάδας αλλά και πολλά συγκινητικά και σπαρταριστά περιστατικά- ενδεικτικά της κατάστασης που επικρατούσε μόλις πριν από 60 χρόνια στην περιοχή μας.
Ενα από τα περιστατικά που αναφέρει ο Αθανάσιος Μανουσόπουλος θα παραθέσουμε αυτούσιο, με δική του σύνταξη και ορθογραφία εδώ. Απολαύστε το χωρίς σχόλια.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Πολλοί κάτοικοι ορεινών ιδιαίτερα χωριών δεν είχαν δει ποτέ κινηματο­γράφον. Επέτυχα να εξασφαλίσω δια αποκλειστικήν χρήσιν για τον νομόν, αυτοκίνητον όχημα κινηματογραφικού συνεργείου. Ήταν προσφορά της αμερικανικής αποστολής, χάρις εις την αρίστην συνεργασίαν που είχα με τα στελέχη της, ιδιαίτερα δε με τον υπεύθυνον δ/ντήν δια την περιοχήν μου Ζαν Χερ, προς τον οποίον χρεωστώ πολλά ευχαριστώ. Ο Χερ ήτο Άγγλος και ένιωθε ιδιαίτερη υποχρέωσιν διότι, όταν κάποτε ο αρχηγός της αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα με ερώτησε πώς αισθανόμεθα από την συνεργα­σίαν, στον Άγγλον διευθυντή του απήντησα ότι αν όλοι εσκέπτοντο και ενερ­γούσαν όπως ο Ζαν Χερ, οι απανταχού Αγγλοσάξονες θα είχαν ενωθεί εις κοινήν δια την ανθρωπότητα αποστολήν.
Μετά παρέλευσιν ετών ο Χερ απεχώρησεν της αμερικανικής αποστολής, ανέλαβεν αμέσως καθήκοντα και εγένετο πρώτος γραμματέας εις την βρε­τανική πρεσβείαν των Αθηνών. Το αυτοκίνητον έφερε εις αμφοτέρας τας πλευράς επιγραφήν "ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΒΟΙΩΤΙΑΣ - ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΣΥΝΕΡΓΕΙΟΝ». Κάθε βράδυ, ένα ή δύο χωριά το είχαν στην διάθεσίν των και μαζί με την ψυχαγωγίαν συνετελείτο και επιμόρφωσις.
Ανέφερα ότι πολλοί για πρώτη φορά έβλεπαν κινηματογράφον. Θα αφη­γηθώ περιστατικόν που έγινε το βράδυ της ημέρας των εγκαινίων του και­νούργιου, μοναδικού δρόμου, η διάνοιξις του οποίου συνέδεσε το χωριό επί του Ελικώνος, Κούκουρα με τον υπόλοιπον κόσμον. Μέχρι τότε λειτουργού­σαν τα μονοπάτια για ανθρώπους και για ζωντανά. Ο δρόμος, ελεύθερος πια έφερε την ίδια ημέρα και το μέσον του πολιτισμού, το κινηματογραφικόν συ­νεργείον της Νομαρχίας.
Όλοι όσοι είχαν μετάσχει στην τελετή, στον αγιασμό που έκανε ο μητρο­πολίτης Θηβών και Λεβαδείας Πολύκαρπος, παρέμειναν και για την κινημα­τογραφική προβολή. Το συνεργείον τοποθέτησε την οθόνη, το λευκό πανί σε μια πλευρά της εκκλησίας του χωριού και το πλήθος του λαού κατέλαβε θέ­σεις, περιμένοντας με αγωνία την μεγάλη στιγμή της έναρξης. Συνεορτάζο­ντες ήσαν και οι προϊστάμενοι με τους συνεργάτες τους των δημοσίων υπη­ρεσιών και ο Νομάρχης με την οικογένειάν του.
Το κοινό παρακολουθεί με προσοχή την προβολή που αποτελείτο από εν­διαφέρουσες μορφωτικές ταινίες, μεταξύ αυτών και πολλοί τσοπαναραίοι που έχουν φέρει κοντά εκεί τα ποίμνια για να μη χάσουν την μοναδική ευκαι­ρία να δουν κι αυτοί κινηματογράφο. Στη συνέχεια ήλθε η σειρά για διασκε­δαστική προβολή Μίκι-Μάους. Πρωταγωνιστούν μια επιθετική γάτα και ένα συμπαθέστατο ποντικάκι. Κάποια στιγμή η γάτα σε ενέδρα σε μια γωνία πε­ριμένει το θύμα της που ερχόταν χορεύοντας ξέγνοιαστο. Όταν πλησίαζε προς την ενέδρα -προηγούμενα η σκηνή έδειξε μόνο το κεφάλι της γάτας με τα σουβλερά δόντια της, που κατέλαβε με μεγέθυνση ολόκληρο το πανί- άρ­χισε η αγωνία των θεατών από φόβον μη κατασπαραχθεί το ποντικάκι και όταν αυτό πλησίασε επικίνδυνα κοντά στην παγίδα, τότε έγινε κάτι που ξε­φεύγει από τα όρια της λογικής, κάτι το ξέφρενο, το εκπληκτικό. Ταυτόχρο­να ακούστηκεν από πολλούς «τσουτ-τσουτ» και μερικοί που βρήκαν πέτρες πέταξαν στο πανί για να διώξουν την γάτα, για να σώσουν το ποντικάκι που τους είχε γίνει αγαπητόν. Συνέβη το άγιον έτος 1951.

Να σημειωθεί ότι βάσει του αναγκαστικού νόμου 893 του 1949, μετά από επίμονη πίεση των Αμερικανών, οι νομάρχες παύουν από το έτος αυτό να είναι μετακλητοί-κομματικοί και κρίνονται από πολυμελές συμβούλιο επιλογής που αποτελούνταν από τους προέδρους του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της Ακαδημίας, καθηγητές Πανεπιστημίου και άλλους. Το συμβούλιο επέλεγε ποιους θα διορίσει και αποφαινόταν και για την ανανέωση της τριετούς θητείας που προβλεπόταν μετά τη λήξη της. Ετσι ο νομάρχης δεν εξηρτάτο από το κόμμα που είχε την εξουσία, δεν ακολουθούσε την τύχη του, και αυτό - τη σχετική ανεξαρτησία του νομάρχη- ο Μανουσόπουλος το θεωρεί σημαντικό παράγοντα της επιτυχίας του. Αλλωστε, όταν το 1965 ο Γεώργιος Παπανδρέου κατήργησε τον 893 του 1949, υποκύπτοντας στις κομματικές πιέσεις, ο Αθανάσιος Μανουσόπουλος παραιτήθηκε.

Για τον Αθανάσιο Μιχ. Μανουσόπουλο θα επανέλθουμε. Ομως στο μεταξύ δείτε το βιβλίο του "Μαρτυρίες, Γεγονότα και Μνήμες 1946-1965", Εκδόσεις Κονιδάρη. Είναι πραγματικά χρήσιμο και ενίοτε απολαυστικό.